Category Archives: Κομμουνισμός και θρησκεία

«Κρυφοί χριστιανοί» και «κρυφοί κομμουνιστές»

Ο πάπας Φραγκίσκος, κατά καιρούς, έχει ασκήσει κριτική στο καπιταλιστικό σύστημα της εκμετάλλευσης και στις ακραίες νεοφιλελεύθερες μορφές του. Μάλιστα, κάποιοι, εξαιτίας αυτών των παρεμβάσεων έχουν φτάσει να τον αποκαλούν «μαρξιστή».

Λοιπόν, μιλώντας στην ιταλική εφημερίδα Il Messaggero, ο Φραγκίσκος, αναφερόμενος στην ανάγκη προστασίας των φτωχών, των αρρώστων και όσων έχουν ανάγκη, σημείωσε ότι «οι κομμουνιστές λένε ότι όλα αυτά είναι κομμουνισμός. Σίγουρα, είκοσι αιώνες αργότερα. Έτσι, όταν μιλούν, κάποιος μπορεί να τους πει: μα τότε είσαι χριστιανός».

Σε αυτό που λέει ο Φραγκίσκος, μπορεί να μην έχει άδικο.  Η βάση της αρχέγονης χριστιανικής πίστης είναι και ριζοσπαστική και με σαφή ταξικό προσανατολισμό. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως οι περισσότεροι χριστιανοί σήμερα, είναι… αντικομμουνιστές! Όχι μόνο συμβιβάζονται με το σύστημα που γεννά την ανισότητα, την αδικία και την εκμετάλλευση, αλλά πολλές φορές, αγωνίζονται και για την επιβίωσή του!

Ο πάπας Φραγκίσκος λέει ότι οι κομμουνιστές είναι «κρυφοί χριστιανοί». Εμείς λέμε πως αυτοί που δηλώνουν χριστιανοί, θα πρέπει να γίνουν, επιτέλους, «κρυφοί κομμουνιστές»!

Advertisements

Λιάνα Κανέλλη: «ή Χριστός ή Μαρξ (;)»

Η Λιάνα Κανέλλη, στην εκπομπή της «Μπήκαν Στην Πόλη Οι Οχτροί», στον Real FM (2/5/2014), έδωσε μια εξαιρετική απάντηση στο δίλημμα που τίθεται από διάφορους: «ή Χριστός ή Μαρξ»

Ο Φιντέλ Κάστρο για τους πρώτους χριστιανούς και τους σύγχρονους κομμουνιστές

«Πιστεύω ότι θα μπορούσε να γίνει μια σύγκριση ανάμεσα στις διώξεις που υπέστησαν οι θρησκευτικές ιδέες, που επιπλέον, στο βάθος, ήταν πολιτικές ιδέες των δούλων και των καταπιεσμένων στη Ρώμη, και ανάμεσα στο συστηματικό και άγριο τρόπο που διώχτηκαν στη σύγχρονη εποχή οι φορείς των πολιτικών ιδεών των εργατών και των αγροτών, που προσωποποιούν οι κομμουνιστές. Αν υπήρξε μια λέξη που οι αντιδραστικοί μίσησαν περισσότερο από τη λέξη κομμουνιστής, ήταν σε άλλη εποχή ο χριστιανός.

Έβλεπα πάντα μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στις διώξεις των σύγχρονων επαναστατών και εκείνες των πρώτων χριστιανών, δεν έβρισκα καμία διαφορά ανάμεσα στη συμπεριφορά των καταπιεστών σ’ εκείνη τη φάση της ιστορίας και τη σημερινή, είναι μόνο διαφορετικές στιγμές ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Το ένα έγινε στη δουλοκτητική κοινωνία και το άλλο στην καπιταλιστική. Δεν μπορούσα πραγματικά να βρω καμία αντίθεση ανάμεσα στα κηρύγματα που απλώθηκαν τόσο δυναμικά εκείνη την εποχή, και τα κηρύγματά μας σήμερα. Έτσι, αισθάνομαι μεγάλη συμπάθεια για τις ιδέες αυτές, για τα κηρύγματα εκείνα, θαυμασμό για τη στάση, για την ιστορία των χριστιανών εκείνων, και βρίσκω ομοιότητα με τη στάση των κομμουνιστών σήμερα. Την έβλεπα, τη βλέπω και θα συνεχίσω να τη βλέπω.»

Φιντέλ Κάστρο, “Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο”, εκδόσεις Γνώσεις, 1987, σελ. 352-353.

Φιντέλ Κάστρο: κοινά σημεία επαφής του χριστιανισμού με το σοσιαλισμό και τη λαϊκή εξουσία

Από την πιο πρόσφατη (17/2/2014) συνάντηση του Φιντέλ Κάστρο με τον Φράι Μπέττο.

Φράι Μπέττο: Το θεό που αρνείστε εσείς οι μαρξιστές-λενινιστές, τον αρνούμαι και εγώ: το θεό του κεφαλαίου, το θεό της εκμετάλλευσης, το θεό στο όνομα του οποίου έγινε ο ιεραποστολικός εκχριστιανισμός από την Ισπανία και την Πορτογαλία στη Λατινική Αμερική, με τη γενοκτονία των ιθαγενών, το θεό που δικαιολόγησε και καθαγίασε τους δεσμούς της Εκκλησίας με το αστικό Κράτος. Το θεό που σήμερα νομιμοποιεί στρατιωτικές δικτατορίες σαν του Πινοτσέτ. Αυτόν το θεό που εσείς αρνείστε, αυτόν τον θεό που ο Μαρξ στην εποχή του κατάγγειλε, τον αρνούμαστε και εμείς. Δεν είναι αυτός ο Θεός της Βίβλου, δεν είναι ο Θεός Ιησούς.

Τα βιβλικά κριτήρια για το ποιος πραγματικά εκπληρώνει τη θέληση του Θεού βρίσκονται στο κεφάλαιο 25 του κατά Ματθαίο: ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψασα, καὶ ἐποτίσατέ μοι. Σήμερα μπορούμε να προσθέσουμε: Δεν είχα εκπαίδευση, και μου έφτιαξες σχολεία. Ήμουν άρρωστος, και μου έδωσες υγεία. Δεν είχα κατοικία, και μου έδωσες σπίτι. Και ο Ιησούς συμπεραίνει: ἐφ᾿ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε.

Μόλις ήρθα από μια συγκέντρωση με μια ομάδα Κουβανών χριστιανών φοιτητών. Κάποια στιγμή μου ζήτησαν να τους πω λίγα λόγια και ένας με ρώτησε πώς ένιωθα σαν χριστιανός μέσα σε μια κοινωνία όπου πολλοί είναι άθεοι. Τους είπα λοιπόν: Κοίτα, για μένα το πρόβλημα του αθεϊσμού δεν έχει σχέση με το μαρξισμό, είναι ζήτημα των χριστιανών. Ο αθεϊσμός υπάρχει, γιατί εμείς οι χριστιανοί ιστορικά δεν σταθήκαμε ικανοί να δώσουμε μια λογική μαρτυρία για την πίστη μας. Από κει, λοιπόν, ξεκινάει το πράγμα. Αναλύοντας την αναστροφή που έκανε η θρησκεία για να δικαιολογήσει την εκμετάλλευση της Γης στο όνομα μιας ανταμοιβής στον Ουρανό, εκεί αρχίζουν οι βάσεις που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για τον αθεϊσμό.

Ήθελα να πω ότι, από την άποψη του Ευαγγελίου, η σοσιαλιστική κοινωνία που δημιουργεί τις προϋποθέσεις για τη ζωή του λαού, πραγματοποιεί ασυνείδητα αυτό που εμείς, οι άνθρωποι της πίστης, ονομάζουμε προγράμματα του Θεού στην ιστορία. 

Φιντέλ Κάστρο: Μερικά πράγματα που μου λες έχουν πολύ ενδιαφέρον. Και εγώ στις συζητήσεις μου με τους Βορειοαμερικάνους επισκόπους —που προκάλεσαν αυτή την ανταλλαγή απόψεων ανάμεσά μας— ξεκινούσα ακριβώς από τα κοινά αυτά σημεία στη διδασκαλία του χριστιανισμού, και που και σε εμάς τους ίδιους δίδασκαν όταν ήμασταν παιδιά και έφηβοι. Για παράδειγμα, η Εκκλησία κριτίκαρε την πλεονεξία. Ο σοσιαλισμός, ο μαρξισμός-λενινισμός, στηλιτεύει κι αυτός την πλεονεξία, θα μπορούσαμε σχεδόν να πούμε το ίδιο έντονα. Ο εγωισμός είναι κάτι από αυτά που εμείς κριτικάρουμε περισσότερο, κάτι που και η Εκκλησία κριτικάρει. Η φιλαργυρία είναι άλλη μια κριτική για την οποία έχουμε κοινά σημεία.

Εγώ μάλιστα πρόσθεσα στους επισκόπους, ότι εσείς έχετε ιεραποστόλους που πηγαίνουν στον Αμαζόνιο, για παράδειγμα, για να ζήσουν μαζί με τις κοινότητες των Ινδιάνων, ή που πηγαίνουν να δουλέψουν μαζί με τους λεπρούς. Πηγαίνετε και δουλεύετε με τους αρρώστους σε πολλά μέρη του κόσμου. Και εμείς έχουμε τους διεθνιστές. Δεκάδες χιλιάδες Κουβανοί εκπληρώνουν διεθνιστικές αποστολές. Τους ανέφερα το παράδειγμα των δασκάλων μας που πήγαν στη Νικαράγουα, 2.000 δάσκαλοι, που ζουν σε πολύ δύσκολες συνθήκες μαζί με τις αγροτικές οικογένειες. Δάσκαλοι και δασκάλες, που είναι το πιο ενδιαφέρον, γιατί σχεδόν το 50% αυτών των δασκάλων που πήγαν στη Νικαράγουα ήταν γυναίκες, πολλές είχαν οικογένεια, παιδιά. Αποχωρίζονταν την οικογένειά τους για δυο χρόνια για να πάνε στα πιο απομακρυσμένα μέρη, στα βουνά και στους αγρούς της Νικαράγουας, να ζήσουν εκεί που ζουν εκείνοι, σ’ ένα ταπεινό καλύβι, να τρέφονται όπως τρέφονται εκείνοι. Και μερικές φορές ξέρω ότι στο ίδιο σπίτι, κατά κανόνα, ζούσαν η οικογένεια, το ζευγάρι, τα παιδιά, ο δάσκαλος ή η δασκάλα και τα ζώα.

[…] Και έχουμε καθηγητές και δασκάλους σε χώρες της Αφρικής, όπως στην Αγκόλα, τη Μοζαμβίκη, την Αιθιοπία, ή της Ασίας, όπως στη Νότια Υεμένη. Έχουμε γύρω στους 1.500 γιατρούς που προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα πιο απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, στην Ασία, την Αφρική, δεκάδες χιλιάδες συμπατριώτες σε διάφορα διεθνιστικά καθήκοντα.

Θύμισα στους επισκόπους, ότι αν η Εκκλησία έχει τους ιεραποστόλους, εμείς έχουμε τους διεθνιστές. Αν εσείς εκτιμάτε τούτο το πνεύμα αυτοθυσίας και άλλες ηθικές αξίες, αυτές είναι οι αξίες που εμείς εξάρουμε, τιμούμε και προσπαθούμε να προωθήσουμε στη συνείδηση των συμπατριωτών μας.

Τους είπα κάτι ακόμη: Αν η Εκκλησία επρόκειτο να δημιουργήσει ένα Κράτος σύμφωνα με τις αρχές αυτές, θα οργάνωνε ένα Κράτος σαν το δικό μας.

Φράι Μπέττο: Ναι, αλλά ελπίζω πως η Εκκλησία δεν θα έχει ξανά αυτή την πρόθεση, ότι η χριστιανοσύνη «της Δεξιάς» δεν θα είναι η χριστιανοσύνη «της Αριστεράς».

Φιντέλ Κάστρο: Ε, καλά, εγώ βέβαια δεν συμβούλευα τους επισκόπους να οργανώσουν Κράτος. Τους είπα, όμως, ότι αν το οργάνωναν σύμφωνα με τις χριστιανικές αντιλήψεις, θα οργάνωναν ένα κράτος παρόμοιο με το δικό μας.

Τους είπα: Για παράδειγμα, σίγουρα δεν θα επιτρέπατε και θα αποφεύγατε με κάθε τρόπο τα τυχερά παιχνίδια, σ’ ένα Κράτος που θα διέπεται από τις χριστιανικές αρχές. Εμείς εξαλείψαμε το παιχνίδι. Δεν θα επιτρέπατε την ύπαρξη ζητιάνων και εξαθλιωμένων στους δρόμους. Το δικό μας είναι το μοναδικό Κράτος της Λατινικής Αμερικής, όπου δεν υπάρχουν ούτε ζητιάνοι ούτε εξαθλιωμένοι. Δεν θα επιτρέπατε να υπάρχει παιδί εγκαταλελειμμένο. Σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχει ούτε ένα τέτοιο παιδί. Δεν θα επιτρέπατε παιδί πεινασμένο. Σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχει πεινασμένο παιδί. Δεν θα αφήνατε γέρο χωρίς βοήθεια, χωρίς περίθαλψη. Σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχουν ηλικιωμένοι χωρίς βοήθεια, χωρίς περίθαλψη. Δεν θα επιτρέπατε την ιδέα μιας χώρας γεμάτης ανέργους. Σ’ αυτή τη χώρα δεν υπάρχουν άνεργοι. Δεν θα επιτρέπατε τα ναρκωτικά. Στη χώρα μας έχουν εξαλειφθεί. Δεν θα επιτρέπατε την πορνεία, έναν τρομερό θεσμό που υποχρεώνει τη γυναίκα να ζει πουλώντας το κορμί της. Στη χώρα μας η πορνεία έχει εξαλειφθεί, έχουν καταργηθεί οι διακρίσεις, έχουν δημιουργηθεί δυνατότητες δουλειάς για τη γυναίκα, ανθρώπινες συνθήκες, προωθείται κοινωνικά η γυναίκα. Καταπολεμήσαμε τη διαφθορά, την κλοπή, την υπεξαίρεση. Επομένως όλα αυτά τα πράγματα που καταπολεμήσαμε, όλα αυτά τα προβλήματα που λύσαμε, θα ήταν τα ίδια που θα προσπαθούσε να λύσει η Εκκλησία, αν επρόκειτο να οργανώσει ένα πολιτικό κράτος σύμφωνα με τους χριστιανικούς κανόνες.

Το παραπάνω κείμενο, είναι απόσπασμα από τις συνομιλίες του Φιντέλ Κάστρο με τον βραζιλιάνο καθολικό μοναχό και υποστηρικτή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Φράι Μπέττο, που έγιναν το 1985, όπως περιέχονται στο βιβλίο “Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο” (εκδόσεις Γνώσεις, 1987, σελ. 279-283).

Μαρξ, υλισμός και πνευματικότητα.

[Ο Μαρξ] ήταν, φυσικά, αθεϊστής· αλλά δεν χρειάζεται να είναι κανείς θρησκευόμενος για να είναι πνευματικός, και στο έργο του ο Μαρξ εκκοσμίκευσε και αφομοίωσε ορισμένα μεγάλα θέματα του ιουδαϊσμού — τη δικαιοσύνη, τη χειραφέτηση, τη βασιλεία της ειρήνης και της αφθονίας, την ημέρα της Κρίσης, την ιστορία ως αφήγηση απελευθέρωσης, την απολύτρωση όχι απλώς του ατόμου αλλά ενός ολόκληρου απόκληρου λαού. Κληρονόμησε επίσης την εβραϊκή εχθρότητα απέναντι στα είδωλα, τα φετίχ και τη σκλαβιά των ψευδαισθήσεων.

Όσον αφορά τη θρησκεία, αξίζει να σημειώσουμε ότι υπάρχουν εβραίοι μαρξιστές, ισλαμιστές μαρξιστές και χριστιανοί μαρξιστές που πρεσβεύουν τη λεγόμενη θεολογία της απελευθέρωσης. Όλοι τους είναι υλιστές υπό την έννοια που έδινε στη λέξη ο Μαρξ. Η Έλεανορ Μαρξ, κόρη του Μαρξ, αναφέρει ότι ο πατέρας της είχε πει κάποτε στη μητέρα της πως αν ήθελε «να ικανοποιήσει τις μεταφυσικές ανάγκες της» έπρεπε ν’ ανατρέξει στους εβραίους προφήτες αντί να προσβλέπει στην Κοσμική Εταιρεία,¹ στις συγκεντρώσεις της οποίας ενίοτε συμμετείχε.² Ο μαρξικός υλισμός δεν αποτελεί ένα σύνολο δηλώσεων σχετικά με τον κόσμο, όπως «Τα πάντα είναι φτιαγμένα από άτομα» ή «Δεν υπάρχει Θεός». Πρόκειται για μια θεωρία που περιγράφει πως λειτουργούν τα ιστορικά ζώα.

1. [Σ. τ. Μ.] National Secular Society. Ιδρύθηκε στη Βρετανία το 1866 και δραστηριοποιείται γύρω από την υπεράσπιση του αθεϊσμού και των δικαιωμάτων των αθεϊστών.
2. Βλ. Max Beer, «Fifty Years of International Socialism» (Λονδίνο, 1935), σ. 74. Γι’ αυτή την παραπομπή, ευχαριστώ στον Marc Mulholland.

Απόσπασμα από: Terry Eagleton, Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο, Εκδόσεις Πατάκη, σελ. 209-210.

Σημείωση των Υπερβολών: Τα λόγια του Χριστού: «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος», στην ουσία επιβεβαιώνουν την αναγκαιότητα του άρτου ώστε οι άνθρωποι να ζήσουν. Οι περιπτώσεις που ο Χριστός έδωσε τροφή στα πλήθη στην έρημο ή παρείχε κρασί στο γάμο της Κανά, υποδηλώνουν ένα είδος «υλιστικής» αντίληψης για τη ζωή. Οι χριστιανοί που απαξιώνουν τις υλικές ανάγκες των ανθρώπων υποβαθμίζοντας την σημασία της εναντίωσης στην ανισότητα, στην αδικία και στο σύστημα που γεννά ή διογκώνει αυτά τα φαινόμενα, στην πραγματικότητα ευτελίζουν την πνευματικότητα του χριστιανισμού καθιστώντας τον μια θρησκεία αγγέλων, χρήσιμο εργαλείο για τα αφεντικά, όπιο για το λαό.

Μεσαιωνικά “αποβράσματα” και θρησκευτική πίστη

Από αυτό το ιστολόγιο, επιδιώκουμε, μεταξύ άλλων, να επισημαίνουμε τα κακώς κείμενα της εκκλησίας και των χριστιανών. Την θρησκεία που στέκεται εμπόδιο στην κοινωνική απελευθέρωση και χρησιμεύει ως εργαλείο των καταπιεστών, την έχουμε απέναντί μας. Κι αυτήν και την ιδεολογία που κουβαλά πάνω της. Από την άλλη όμως, έχουμε προσπαθήσει να αναδείξουμε τα ριζοσπαστικά στοιχεία αυτής της ταλαιπωρημένης χριστιανικής πίστης και τις περιπτώσεις που αντί για όπιο του λαού μετατράπηκε σε κομμάτι της πρωτοπορίας του.

Σίγουρα η προσπάθειά μας, έχει ελλείψεις και αδυναμίες, όμως επιδιώκουμε να είναι τίμια. Δεν είμαστε όψιμοι διαμεσολαβητές μιας επερχόμενης «αριστερής κυβέρνησης» και των ιεραρχών της εκκλησίας. Εξάλλου στη διαχείριση του καπιταλισμού που πρεσβεύει αυτή η κυβέρνηση, είμαστε αντίθετοι. Εμείς θέλουμε την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης και όχι τον εξωραϊσμό του.

Επειδή, όμως, οι θρησκευόμενοι αντιμετωπίζονται συχνά-πυκνά, από μερικούς… συντρόφους, ως μεσαιωνικά «αποβράσματα» και η πίστη τους ως «κατάλοιπο» που πρέπει να εκλείψει συνολικά, οφείλουμε να δώσουμε δύο απαντήσεις. Ή μάλλον, να αφήσουμε κάποιους άλλους να τις δώσουν για εμάς.

1. Θεωρείται πως η επιστήμη είναι ενάντια στη πίστη.

Ο φυσικός και αστροφυσικός, κ. Γιώργος Γραμματικάκης, σε συνέντευξή του στο Έθνος, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Για έναν αστροφυσικό ή έναν βιολόγο ο Θεός υπάρχει τόσο κοντά ή τόσο μακριά όσο και για έναν απλό πολίτη. Η επιστήμη δεν θα αποδείξει ποτέ την ύπαρξη του Θεού. Ούτε, βέβαια -παρά τα όσα λέγονται και γράφονται- την ανυπαρξία του. Η πραγματική πίστη έχει μια υπερβατική διάσταση. Εναπόκειται λοιπόν στον κάθε άνθρωπο, στις εμπειρίες ή στον ψυχισμό του, να τη δεχθεί ή να την απορρίψει.»

Ο κ. Γραμματικάκης κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με μια σειρά από σημαντικούς επιστήμονες και νομπελίστες. O Μαξ Μπορν, που το 1954 μοιράστηκε το Βραβείο Νόμπελ στη Φυσική για την εργασία του στη κβαντική μηχανή, έλεγε χαρακτηριστικά: «Εκείνοι που λένε πως η μελέτη της επιστήμης κάνει κάποιον άθεο πρέπει να είναι μάλλον ανόητοι.». O επίσης νομπελίστας χημικός Ντέρεκ Μπάρτον υποστήριζε ότι «δεν υπάρχει καμία ασυμφωνία μεταξύ της επιστήμης και της θρησκείας.». Επίσης, κλασική είναι και η ρήση του Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Απλώς ανιχνεύω τις γραμμές που πηγάζουν από το Θεό.».

2. Θεωρείται, από κάποιους, πως η πίστη πρέπει να καταπολεμηθεί, καθώς είναι ενάντια στην κοινωνική απελευθέρωση και την αντικαπιταλιστική προοπτική.

Εθνικό Πανεπιστήμιο Μπογκοτά, Κολομβία. Αριστερά, ο Καμίλο Τόρες, κολομβιανός ιερέας που επιδίωξε τη συνεργασία χριστιανών και κομμουνιστών, και δολοφονήθηκε το 1966 από τον στρατό της Κολομβίας ενώ είχε ενταχθεί στο αντάρτικο του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (ELN). Δεξιά, ο Τσε.

Από την άλλη, ο Φιντέλ Κάστρο λέει: «Από μια αυστηρά πολιτική θέση —και νομίζω πως κάτι ξέρω από πολιτική— πιστεύω ότι μπορεί κανείς να είναι μαρξιστής χωρίς να σταματήσει να είναι χριστιανός και να δουλεύει μαζί με έναν μαρξιστή κομμουνιστή για να μεταβάλει τον κόσμο. Το σημαντικό είναι και στις δυο περιπτώσεις να πρόκειται για ειλικρινείς επαναστάτες, πρόθυμους να εξαλείψουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και να αγωνιστούν για τη δίκαιη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, την ισότητα, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπινων όντων. Να είναι, δηλαδή, φορείς της πιο προωθημένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνείδησης, αν και στην περίπτωση των χριστιανών η αφετηρία είναι η θρησκευτική αντίληψη.»

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος να πιστεύει ή όχι. Όπως είναι απαράδεκτο το να γίνονται διακρίσεις με βάση την εθνικότητα και το χρώμα κάποιου, το ίδιο απαράδεκτο είναι να γίνονται διακρίσεις οποιουδήποτε τύπου με βάση το τι ή το αν πιστεύει κάποιος.

Ο Φιντέλ Κάστρο για το αν η θρησκεία είναι το «όπιο του λαού».

Φράι Μπέττο: Στο κομμουνιστικό κίνημα υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που χρησιμοποίησαν μια φράση του Μαρξ, η οποία βρίσκεται στο κείμενο «Για την Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου», που λέει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η φράση αυτή έγινε ολοκληρωτικό, απόλυτο, μεταφυσικό δόγμα, έξω από κάθε διαλεκτική.

Τον Οκτώβριο του 1980, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα επαναστατικό κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία, το Σαντινιστικό Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης, εξέδωσε ένα ντοκουμέντο πάνω στη θρησκεία, όπου γίνεται κριτική σ’ αυτό, αν το πάρει κανείς σαν απόλυτη αρχή. Λέει, λέξη προς λέξη: «Μερικοί έχουν βεβαιώσει ότι η θρησκεία αποτελεί ένα μηχανισμό αλλοτρίωσης των ανθρώπων, που χρησιμεύει στη δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης μιας τάξης από μια άλλη. Η πιστοποίηση αυτή έχει χωρίς αμφιβολία ιστορική αξία, στο βαθμό που σε διάφορες ιστορικές εποχές η θρησκεία χρησίμευσε σαν θεωρητικό στήριγμα της πολιτικής κυριαρχίας. Αξίζει να θυμίσουμε το ρόλο που έπαιξαν οι ιεραπόστολοι στη διαδικασία της κυριαρχίας και της αποικιοκρατίας σε βάρος των ιθαγενών στη χώρα μας. Χωρίς αμφιβολία, εμείς οι Σαντινίστας βεβαιώνουμε, ότι η δική μας πείρα δείχνει, πως όταν οι χριστιανοί, στηριγμένοι στην πίστη τους, μπορέσουν να απαντήσουν στις ανάγκες του λαού και της ιστορίας, οι ίδιες τους οι πεποιθήσεις τούς ωθούν στη συμμετοχή στην Επανάσταση. Η πείρα μας δείχνει, ότι μπορεί κανείς να είναι πιστός και ταυτόχρονα συνεπής επαναστάτης και ότι δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στα δυο».

Κομαντάντε, σας ρωτάω, εσείς πιστεύετε ότι η θρησκεία είναι το όπιο των λαών;

Φιντέλ Κάστρο: Σου εξήγησα αρκετή ώρα χτες, κάτω από ποιες ιστορικές συνθήκες γεννήθηκαν ο σοσιαλισμός, το σοσιαλιστικό κίνημα και οι ιδέες του επαναστατικού σοσιαλισμού, του μαρξισμού-λενινισμού. Πως σ’ εκείνη την ταξική κοινωνία άγριας και απάνθρωπης εκμετάλλευσης αιώνες ολόκληρους, χρησιμοποιήθηκε η Εκκλησία και η θρησκεία σαν όργανο κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης, πώς γεννήθηκαν οι τάσεις και η σκληρή, δικαιολογημένη κριτική απέναντι στην Εκκλησία και μάλιστα στην ίδια τη θρησκεία. Έλα στη θέση ενός επαναστάτη που συνειδητοποιεί τον κόσμο αυτό και θέλει να τον αλλάξει. Φαντάσου, από την άλλη μεριά, τους θεσμούς, τους γαιοκτήμονες, τους ευγενείς, τους αστούς, τους πλούσιους, τους μεγαλέμπορους, την ίδια την Εκκλησία, όλους πρακτικά σε αγαστή συμφωνία για να εμποδίσουν τις κοινωνικές αλλαγές. Ήταν πολύ λογικό, από τη στιγμή μάλιστα που η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε σαν όργανο κυριαρχίας, να έχουν οι επαναστάτες αντικληρική θέση και μάλιστα αντιθρησκευτική. Μπορώ θαυμάσια να καταλάβω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε αυτή η φράση.

Όταν όμως ο Μαρξ δημιούργησε τη Διεθνή των εργατών, απ’ ό,τι ξέρω μέσα σ’ αυτήν υπήρχαν πολλοί χριστιανοί. Απ’ ό,τι γνωρίζω, στην Παρισινή Κομμούνα, ανάμεσα σ’ αυτούς που πάλεψαν και σκοτώθηκαν, υπήρχαν πολλοί χριστιανοί. Και δεν υπάρχει ούτε μια φράση του Μαρξ που να αποκλείει αυτούς τους χριστιανούς από τη γραμμή ή την ιστορική αποστολή να κάνουν την κοινωνική επανάσταση. Αν προχωρήσουμε λίγο παραπέρα, και θυμηθούμε όλες τις συζητήσεις που έγιναν γύρω από το πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος που ίδρυσε ο Λένιν, δεν θα βρεις ούτε μια λέξη που να αποκλείει τους χριστιανούς από το Κόμμα. Μπαίνει το ζήτημα της αποδοχής του Προγράμματος του Κόμματος σαν προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέλος.

Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια φράση, ή για ένα σύνθημα, ή για μια τοποθέτηση, που έχει ιστορική αξία και είναι απόλυτα σωστή στη συγκεκριμένη στιγμή. Στη σημερινή κατάσταση, μπορεί να υπάρξουν συνθήκες που να είναι έκφραση κάποιας πραγματικότητας. Σε οποιαδήποτε χώρα, όπου η καθολική ιεραρχία ή η ιεραρχία οποιασδήποτε άλλης Εκκλησίας, είναι στενά δεμένη με τον ιμπεριαλισμό, τη νεοαποικιοκρατία, την εκμετάλλευση των λαών και των ανθρώπων, την καταπίεση, δεν θα πρέπει κανείς να παραξενευτεί, αν στη χώρα αυτή επαναλάβει κάποιος ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Το ίδιο καλά καταλαβαίνει κανείς τους Νικαραγουανούς, που λόγω της πείρας τους και της θέσης των Νικαραγουανών ιερωμένων, κατέληξαν στο συμπέρασμα, και κατά τη γνώμη μου έχουν κι αυτοί πολύ δίκιο, ότι με αφετηρία την πίστη τους οι πιστοί μπορούσαν να πάρουν επαναστατικές θέσεις κι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ιδιότητα του πιστού και την ιδιότητα του επαναστάτη. Ωστόσο, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, σε καμία περίπτωση βέβαια, η φράση αυτή δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα δόγματος ή απόλυτης αλήθειας. Είναι αλήθεια που πρέπει να προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Πιστεύω ότι είναι απόλυτα διαλεκτικό, απόλυτα μαρξιστικό να βγάλουμε αυτό το συμπέρασμα.

Κατά τη γνώμη μου, η θρησκεία μ’ αυτή την έννοια, από πολιτική άποψη, δεν είναι ούτε όπιο ούτε πανάκεια. Μπορεί να είναι όπιο ή πανάκεια, στο βαθμό που χρησιμοποιείται και εφαρμόζεται για να υπερασπίσει τους καταπιεστές και εκμεταλλευτές ή τους καταπιεσμένους, τα θύματα εκμετάλλευσης· εξαρτάται από τον τρόπο που θίγονται τα πολιτικά, κοινωνικά ή υλικά προβλήματα του ανθρώπινου όντος, που ανεξάρτητα από θεολογία και θρησκευτικές πεποιθήσεις γεννιέται και πρέπει να ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο.

Από μια αυστηρά πολιτική θέση —και νομίζω πως κάτι ξέρω από πολιτική— πιστεύω ότι μπορεί κανείς να είναι μαρξιστής χωρίς να σταματήσει να είναι χριστιανός και να δουλεύει μαζί με έναν μαρξιστή κομμουνιστή για να μεταβάλει τον κόσμο. Το σημαντικό είναι και στις δυο περιπτώσεις να πρόκειται για ειλικρινείς επαναστάτες, πρόθυμους να εξαλείψουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και να αγωνιστούν για τη δίκαιη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, την ισότητα, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπινων όντων. Να είναι, δηλαδή, φορείς της πιο προωθημένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνείδησης, αν και στην περίπτωση των χριστιανών η αφετηρία είναι η θρησκευτική αντίληψη.

Το παραπάνω κείμενο, είναι απόσπασμα από τις συνομιλίες του Φιντέλ Κάστρο με τον βραζιλιάνο καθολικό μοναχό και υποστηρικτή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Φράι Μπέττο, που έγιναν το 1985, όπως περιέχονται στο βιβλίο “Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο” (εκδόσεις Γνώσεις, 1987).

π. Ανυπόμονος:«δεν δικαιούνται μόνο οι «εθνικόφρονες» να είναι χριστιανοί!»

Ο Άρης με τον παπα-Ανυπόμονο

Σὲ κάποια στιγμή, ἐνῶ εἴχαμε τακτοποιηθεῖ ὡραῖα, οἱ σκοπιὲς ἦταν στὶς θέσεις τους καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἤμασταν ξαπλωμένοι, μοῦ λέει ὁ Ἄρης:

«Παπούλη, τὶ μέρα εἶναι αὔριο;».

«Τρίτη…», τοῦ ἀπαντῶ.

«Πόσες ἔχει ὁ μήνας;».

«Αὔριο, δέκα ὀκτώ…».

«Δὲν γιορτάζω;».

«Δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε…».

«Δὲν μὲ λένε Θανάση;».

«Θανάση σᾶς λένε, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε αὔριο…».

«Μὲ λένε Θανάση καὶ γιορτάζω αὔριο. Εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου…Θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία αὔριο, πρωὶ-πρωί…».

Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους τοὺς μαυροσκούφηδες, συνέχισε:

«Λοιπὸν συναγωνιστές, θὰ πᾶτε ὅλοι στὴν ἐκκλησία μὲ προσοχή. Θ’ ἀνάψετε ὅλοι κεριά. Θὰ προσκυνήσετε τὶς εἰκόνες. Θὰ σταθεῖτε προσοχὴ καὶ δὲν θέλω νὰ διαπιστώσω καμμίαν ἀταξία, γιατὶ θὰ τὴν τιμωρήσω αὐστηρά. Θὰ δεῖτε τὶ θὰ κάνω ἐγὼ κι ὁ πάτερ Ἀνυπόμονος καὶ τὸ ἴδιο θὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Θὰ πᾶμε νὰ πάρουμε κι ἀντίδωρο, θὰ φιλήσουμε καὶ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ…».

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ πήγαμε στὴν ἐκκλησία, ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία· μπροστὰ ὁ Ἄρης, μετὰ ἐγὼ καὶ ἀκολουθώντας ὅλοι οἱ μαυροσκούφηδες στὴ σειρά. Ἀνάψαμε τὸ κεράκι μας καὶ ἀσπασθήκαμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες πρὸς μέγαλη ἔκπληξη τῶν χωρικῶν καὶ τοῦ παπα-Λάμπρου Τσέτσου, ἐφημερίου τοῦ χωριοῦ. Τοὺς ἔκαμε φοβερὴ ἐντύπωση ποὺ εἶδαν ν’ ἀνάβουν κερὶ οἱ ἀντάρτες καὶ ν’ ἀσπάζονται τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Καὶ μάλιστα ὁ Ἄρης! Γι’ αὐτοὺς ὁ Ἄρης ἦταν ὁ σφαγέας, ὁ ἄθεος ποὺ καίει τὶς εἰκόνες, ποὺ σπάει τοὺς Σταυρούς, ποὺ κάμει χίλιες δυὸ ἱεροσυλίες!

«Οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ βεβηλώνουν ἐκκλησίες, καῖνε καὶ καταστρέφουν εἰκόνες…».

Ἔτσι τοὺς ἔλεγαν κι ἀκόμη ἔτσι τοὺς λένε. Και, δυστυχῶς, δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ τὰ πιστεύουν καὶ τὰ διακηρύσσουν κιόλας αὐτά, γενικεύοντας αὐθαιρέτως περιπτώσεις ποὺ συνέβησαν μερικὰ χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο, καὶ χρεώνοντάς τις στὴν Ἐθνικὴ ἀντίσταση 1941-44. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ποὺ ἀπὸ πολιτικὲς σκοπιμότητες προκύπτει καὶ αὐτὲς ἐξυπηρετεῖ, μόνον ὅσοι ἔχουν τὸ ἐξαιρετικὸ προνόμιο νὰ θεωροῦνται «ἐθνικόφρονες», μόνον ἐκεῖνοι δικαιοῦνται νὰ εἶναι χριστιανοί!

ἀρχιμ. Γερμανὸς Δημᾶκος – Πάτερ Ἀνυπόμονος, Στὸ βουνό, μὲ τὸν Σταυρό, κοντὰ στὸν Ἄρη

Από το Αδράχτι. Το πρωτοείδα στη Θεολογία Μεσοπέλαγα.

Διαβάστε ακόμα:  Άρης Βελουχιώτης: «Η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη.»

Η θρησκεία στην ΕΣΣΔ

Αναμνηστικό Σοβιετικό νόμισμα του 1988, ονομαστικής αξίας 25 ρουβλίων. Απεικονίζεται ο Βλαδίμηρος του Κιέβου να κρατάει σταυρό. Κόπηκε για τα 1000 χρόνια απ’ τον «Εκχριστιανισμό των Ρως».

Υπάρχει εδραιωμένη η αντίληψη (ειδικά μέσα σε εκκλησιαστικούς χώρους), πως η Σοβιετική Ένωση έκανε διωγμούς και κυνήγησε αδιάκριτα την θρησκεία και την εκκλησία. Το θέμα αυτό, είναι αγαπημένο σε όσους θρησκευόμενους επιδιώκουν να καλλιεργήσουν αντικομμουνιστικές αντιλήψεις και να δημιουργήσουν αντιδραστικά αντανακλαστικά ανάμεσα στους πιστούς και τους θρησκευόμενους. Επειδή, λοιπόν, πολλά λέγονται, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά σχετικά με την αντιμετώπιση της θρησκείας και των εκκλησιών στην Σοβιετική Ένωση.

Η επικρατούσα θρησκεία στην Σοβιετική Ένωση, ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, για πολλούς αιώνες ήταν ταυτισμένη με το απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς. Δίδασκε την υποταγή σε αυτό και κατέπνιγε ιδεολογικά (και όχι μόνο) κάθε σκέψη για δικαιοσύνη και απαλλαγή από την εξουσία των εκμεταλλευτικών τάξεων. Ο Βρετανός ιστορικός Orlando Figes, υποστηρίζει ότι η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία, «αποτελούσε ένα σημαντικότατο προπαγανδιστικό όργανο και ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου» υπέρ του τσαρικού καθεστώτος, ενώ οι κληρικοί της «τροφοδοτούσαν με πληροφορίες την αστυνομία για ανατρεπτικά στοιχεία ανάμεσα στο ποίμνιό τους, ακόμα κι αν έλαβαν αυτές τις πληροφορίες μέσα από τη διαδικασία της εξομολόγησης.»¹

Η αντιδραστική στάση της Εκκλησίας, συνεχίστηκε και αφότου ο λαός πήρε στα χέρια του την εξουσία. Η Εκκλησία αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Σοβιετική εξουσία, αναπολώντας τις ημέρες του τσαρικού καθεστώτος.

Είναι γεγονός, ότι η Σοβιετική Ένωση πραγματοποίησε, από νωρίς, τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, παρέχοντας όμως το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων στους πολίτες. Αυτό στο οποίο εναντιώθηκε ήταν η θρησκευτική προπαγάνδα. Απ’ την άλλη, οι διώξεις που υπήρξαν ενάντια σε μέλη και κληρικούς της Εκκλησίας, είχαν να κάνουν, κατά κύριο λόγο, με την αντεπαναστατική δράση τους και όχι με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Όπως, είπαμε, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν εξαρχής εχθρική προς την εξουσία του λαού.

Βέβαια, πρέπει να ειπωθεί, πως το 1922 ένα σημαντικό τμήμα πιστών και ιερέων, συγκρότησε την λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», η οποία υποστήριξε την Σοβιετική Ένωση και συμμάχησε με τους κομμουνιστές. Ενώ, με πρωτοβουλία του Ιωσήφ Στάλιν, το 1943, υπήρξε συμφιλίωση της επίσημης Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Σοβιετική εξουσία.

Η αλήθεια είναι πως, στην Σοβιετική Ένωση, εκτός από ελάχιστα χρονικά διαστήματα και λίγες περιπτώσεις, η Εκκλησία απολάμβανε μια σχετική θρησκευτική ελευθερία. Σίγουρα, η Σοβιετική εξουσία δεν υποστήριζε την θρησκευτική πίστη, όμως από την άλλη δεν συνέβαιναν όλα αυτά τα σημεία και τέρατα που ακούγονται από διάφορους.

Ο Αναστάσης Γκίκας, παραθέτει μερικές σημαντικές μαρτυρίες, οι οποίες παρουσιάζουν το τι πράγματι συνέβαινε στην Σοβιετική Ένωση.

Μία από αυτές, είναι του Πόντιου, κομμουνιστή και χριστιανού, Γιάννη Αθανασιάδη: «Εγώ είμαι κομμουνιστής. Και όμως εγώ πήγα στην εκκλησία και είχα βαφτίσει μάλιστα και δώδεκα παιδιά. Το ξέρανε και στο Κόμμα.

—Πως τα βαφτίσατε αφού, όπως λέγεται, ήταν διωκόμενη η θρησκεία;

—Οι γονείς μου ήταν θρήσκοι και εγώ το ίδιο. Και ήμουν και μέλος του Κόμματος. Δεν απαγορευότανε από το Κόμμα. Αυτό είναι λάθος. Κοιτάξτε, εθελοντικά όποιος ήθελε πήγαινε στην εκκλησία. Δεν διωκότανε επίσημα. Προσπαθούσανε να περάσουνε τον αθεϊσμό μέσα από τα πανεπιστήμια κλπ., αλλά με το ζόρι, βίαια ποτέ. Λέγανε: δεν κάνει να πάτε. Αλλά με το ζόρι ποτέ. Ο ίδιος μάλιστα βάφτισα μέσα στην Μόσχα, σε μια εκκλησία, το παιδί ενός άλλου Έλληνα, επίσης μέλους του Κόμματος. Ήταν οι πρωτοβάθμιες, οι τοπικές οργανώσεις που πρωτοστατούσαν κατά της Εκκλησίας. Από την κεντρική εξουσία δεν είχαν τέτοια εντολή. Από υπερβάλλοντα ζήλο έγιναν όσα έγιναν.»²

Όπως αναφέρει ο Αναστάσης Γκίκας³: «Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η αποσύνδεση της Εκκλησίας από το Κράτος είχε ευεργετικά αποτελέσματα και για την ίδια τη θρησκεία. Παίρνοντας συνέντευξη από ένα κληρικό (ο οποίος υπηρετούσε ως βοηθός του Αρχιεπισκόπου του Λένινγκραντ), ο Βρετανός ερευνητής W. Mandel έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις. Στην ερώτηση για το τι επάγγελμα ασκούσαν οι γονείς του, ο κληρικός απάντησε: «Ήταν αγρότες. Και είναι καλύτερα για κάποιον σαν και μένα στην εκκλησία αυτές τις μέρες.» «Τι εννοείς;» συνέχισε ο ερευνητής. «Στο παρελθόν οι κληρικοί προέρχονταν σχεδόν πάντα από τις τάξεις των πλουσίων. Σήμερα κάποιος σαν και μένα μπορεί να γίνει ιερέας.» Αμέσως μετά του ζητήθηκε να σχολιάσει το χαμηλό ποσοστό των πιστών στη Σοβιετική Ένωση (περίπου 10% επί του συνόλου του πληθυσμού στις αρχές της δεκαετίας του 1960). Εκείνος απάντησε με ειλικρίνεια: «Στο παρελθόν το να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία ήταν αυτό που επιβαλλόταν για τον καθένα να κάνει… Είμαστε ωστόσο ικανοποιημένοι. Πιστεύουμε πως οι εκκλησιαζόμενοι που έχουμε σήμερα είναι ειλικρινά θρήσκοι.»4

1. Orlando Figes, A Peoples Tragedy: The Russian Revolution, 1891-1924, Pilmico, Λονδίνο, 1997, σελ. 63.
2. Αναστάσης Ι. Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 130-131.
3. Ο.π. σελ. 131-132.
4. W. Mandel, A New Look at Russia: The Land, the People and how they Live, Evans Brothers Ltd, Λονδίνο, 1965, σελ. 83. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική —και διαμετρικά αντίθετη προς την κυριαρχούσα άποψη— είναι επίσης η διάλεξη του αιδεσιμότατου Δρ. Hewlett Johnson, Επιτρόπου του Canterbury, το 1945, με θέμα «Ο Χριστιανισμός στην ΕΣΣΔ». Βλέπε. Rev. Dr. Hewlett Johnson, Christianity in the USSR (χ.ε.), 1945

Αντίο σύντροφε π. Αντρέα Γκάλλο!

Πριν λίγους μήνες μιλούσαμε για το διαφορετικό «κήρυγμα» αντίστασης του π. Αντρέα Γκάλλο, ο οποίος μετά την Θεία Λειτουργία στον Άγιο Βενέδικτο της Γένοβας, τιμώντας τη μνήμη του προ ολίγων ημερών αποβιώσαντος βετεράνου παρτιζάνου Ντομένικο Κατάλντι, άρχισε να τραγουδάει το Bella Ciao, ανεμίζοντας ένα κόκκινο μαντήλι!

Σήμερα, αποχαιρετάμε τον ίδιο τον π. Αντρέα! Ήταν επαναστατικός, ανατρεπτικός, στρατευμένος στο πλευρό των αδύναμων και των καταπιεσμένων, ενάντια στις διακρίσεις και την εκμετάλλευση. Όπως έλεγε ο ίδιος, «η βοήθεια στους τελευταίους είναι καθήκον».

Με την ζωή του, και ο π. Αντρέα, απέδειξε ότι ένας χριστιανός μπορεί, ή μάλλον, οφείλει, να είναι ριζοσπάστης υπέρ του λαού, ενάντια στο σύστημα την εκμετάλλευσης και όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις του.

«Το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, ώστε να μετρά η φωνή των φτωχών. Θα ξανασυναντηθούμε. Θα συναντιόμαστε για πάντα. Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις εκκλησίες, τα σπίτια, τις ταβέρνες. Οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για αλήθεια και δικαιοσύνη»
-π. Αντρέα Γκάλλο

Αντίο σύντροφε!