Αρχεία Ιστολογίου

Για την συνάντηση του Γ.Γ. της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε. με τον Αρχιεπίσκοπο

Σήμερα πραγματοποιήθηκε συνάντηση του Γ.Γ. της Κ.Ε. του ΚΚΕ, Δημήτρη Κουτσούμπα, με τον Αρχιεπίσκοπο της Εκκλησίας της Ελλάδος, κ. Ιερώνυμο.

Πρόκειται για μια ιστορική συνάντηση, καθώς για πρώτη φορά ένας Γενικός Γραμματέας του Κομμουνιστικού Κόμματος επισκέπτεται την έδρα της Αρχιεπισκοπής Αθηνών. Η συνάντηση έγινε ύστερα από αίτημα του Δημήτρη Κουτσούμπα, ο οποίος απευθυνόμενος στον κ. Ιερώνυμο, τόνισε χαρακτηριστικά: «Χαίρομαι που ήρθα στην Αρχιεπισκοπή!» 

Το ΚΚΕ, έχει αποδείξει με την ιστορία του πως σέβεται τις πολιτισμικές παραδόσεις του λαού κρατώντας μια ξεκάθαρη και τίμια στάση, χωρίς ουδέποτε να επιχειρήσει να καπηλευτεί το θρησκευτικό του συναίσθημα, όπως κάνουν οι φασίστες αλλά και αυτοί που υπερασπίζονται το σύστημα της εκμετάλλευσης.

Η συνάντηση αυτή είναι αρκετά ελπιδοφόρα. Με διακριτούς ρόλους και διαφορετικές αφετηρίες, το Κομμουνιστικό Κόμμα και η Εκκλησία μπορούν να συντελέσουν στην ανακούφιση του λαού.

Αναλυτικά οι δηλώσεις των δύο ανδρών αμέσως μετά την συνάντηση:

Δημήτρης Κουτσούμπας: 

«Ήταν μια πρώτη συνάντηση γνωριμίας. Με τον Αρχιεπίσκοπο ανταλλάξαμε σκέψεις για τις εξελίξεις, για την κατάσταση στη χώρα μας, την κρίση που βιώνει ο λαός μας, τη φτώχεια, την ανεργία, τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο ελληνικός λαός, οι εργαζόμενοι και η νεολαία της πατρίδας μας.

Ταυτόχρονα είδαμε την κατάσταση στην περιοχή, ενημερώσαμε τον Αρχιεπίσκοπο για την ανησυχία του ΚΚΕ σχετικά με τις εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, στη Συρία, τους κινδύνους πολεμικής εμπλοκής και βεβαίως επισημάναμε την αναγκαιότητα ο λαός μας να επαγρυπνεί γύρω από αυτές τις εξελίξεις.

Φυσικά είναι διακριτοί οι ρόλοι, ο ρόλος της εκκλησίας, ο ρόλος των πολιτικών κομμάτων, ο ρόλος του Κομουνιστικού Κόμματος στη χώρα μας.

Θα συνεχίσουμε, δίνουμε αυτή τη διαβεβαίωση, να παλεύουμε για το καλό του λαού μας, για να ξημερώσουν καλύτερες μέρες σε μια άλλη κοινωνία. Αυτό τον αγώνα ως ΚΚΕ θα συνεχίσουμε να τον κάνουμε».

Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος: 

«Είναι μια ευχάριστη μέρα για ένα πρωτόγνωρο γεγονός, για την επίσκεψη του κυρίου ΓΓ του ΚΚΕ στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών. Όπως ο ίδιος σας περιέγραψε, η συζήτησή μας ήταν γενική, αναφέρθηκε σε διάφορα θέματα. Οπωσδήποτε τονίστηκε κατ’ επανάληψη ότι ο ρόλος είναι διαφορετικός της Εκκλησίας, όπως είναι διαφορετικός και των κομμάτων, επομένως και του Κομμουνιστικού Κόμματος.

Μην ξεχνάμε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα είναι ένα κόμμα με τη δική του ιδεολογία, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει με την Εκκλησία. Η Εκκλησία δεν είναι ιδεολογία, είναι πράξη, είναι βίωμα, που σημαίνει ότι κάθε μέρα, κάθε στιγμή είμαστε υποχρεωμένοι να ανοιγόμαστε προς τον άλλο άνθρωπο που έχει ανάγκη, βρίσκεται σε δυσκολία. Έτσι λοιπόν, μέσα στο θέμα μας υπήρξε ο τονισμός ο ιδιαίτερος των αναγκών των συνανθρώπων μας, όπως είναι η ανεργία, η φτώχεια, ο σωρός των προβλημάτων που υπάρχουν και η υποχρέωση που έχουμε ο καθένας από τη δική του τη σκοπιά να βοηθήσει με όλες του τις δυνάμεις να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια. Επομένως για όλους μας τίθεται ένα θέμα συνευθύνης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έγιναν συζητήσεις και για τις δυσκολίες έξω από το χώρο της Ελλάδος, που έχουν επιδράσεις στην πατρίδα μας. Αναφερθήκαμε στο θέμα του κινδύνου του πολέμου στη Συρία και κυρίως τονίσαμε το θέμα – από πλευράς δικής μου τονίστηκε – των χριστιανών που βρίσκονται στη Συρία και γενικότερα στη μέση Ανατολή και είναι και αυτό ένα θέμα που πρέπει να μας δημιουργεί ανησυχίες. Γενικά λοιπόν, όπως είπε ο κύριος Γενικός Γραμματέας και επανέλαβα κι εγώ ήταν μια συνάντηση συζητήσεως γενικών θεμάτων και πιστεύω ότι θα δοθεί πάλι ευκαιρία να ξαναπούμε κάτι βαθύτερο ή ουσιαστικότερο».

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη ζωή της Βίβλου

Παραθέτουμε ένα κείμενο του Gil Dawes, Αμερικανού πάστορα μιας ενορίας η οποία άνηκε στην Ενιαία Μεθοδιστική Εκκλησία (United Methodist Church). Ο Dawes ήταν σαφώς επηρεασμένος απ’ τη Θεολογία της Απελευθέρωσης. Στο κείμενο αυτό, διηγείται την, πολύ ενδιαφέρουσα και γεμάτη διδάγματα, ιστορία της τοπικής εκκλησίας του στην Αϊόβα των ΗΠΑ. Το κείμενο είναι από το βιβλίο «Αριστερά και Θρησκεία – Η Θεολογία της Απελευθέρωσης», που κυκλοφόρησε το 1984 απ’ τη «Μηνιαία Επιθεώρηση».

Επί δεκατρία χρόνια, μια τοπική Ενιαία Μεθοδιστική ενορία στο Καμάντσε στην πολιτεία Αϊόβα, συμπαραστάθηκε ενεργά σε διάφορους τοπικούς, εθνικούς και διεθνείς αγώνες απελευθέρωσης.
  • Ξανά και ξανά η ενορία κατήγγειλε και διαδήλωσε ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ.
  • Μέλη της ενορίας οργάνωσαν τοπικές πικετοφορίες σε συμπαράσταση των Γηγενών Αμερικάνων στο Γούντεντ Νη.
  • Ο πάστορας, μαζί με άλλα μέλη της ενορίας, πήγε στο Ουισκόνσιν για να συμπαρασταθεί σε μια ομάδα της φυλής Μενομινή που είχε καταλάβει ένα συγκρότημα κελιών δοκίμων Ρωμαιοκαθολικών μοναχών.
  • Μέλη της ενορίας οργάνωσαν πικετοφορίες στα πολυκαταστήματα της περιοχής για το μποϋκοτάρισμα ορισμένων προϊόντων (Farah slacks).
  • Η ενορία συγκέντρωσε και απέστειλε σημαντική οικονομική υποστήριξη στο Πατριωτικό Μέτωπο στο Ζιμπάμπουε.
  • Το 1979 το Συνέδριο της Οργάνωσης Πολιτείας του Κομμουνιστικού Κόμματος πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Αδελφότητας της εκκλησίας.
  • Η ενορία υποστήριξε μια τοπική ανεπίσημη απεργία, και, αργότερα, μια απεργία διαρκείας, που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο, με πικετοφορίες, οικονομική υποστήριξη και διαφώτιση της κοινής γνώμης.
  • Σε σχέση με την παραπάνω απεργία, φιλοξένησε την Άντζελα Νταίηβις στην εκκλησία, όταν ήλθε για μια εκδήλωση συμπαράστασης στο σωματείο.
  • Ο πάστορας ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία, συνελήφθη με τις κατηγορίες διασάλευσης της τάξεως και αντίστασης κατά της αρχής, δικάστηκε και αθωώθηκε από τους ενόρκους, ενώ σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας είχε την ολόψυχη συμπαράσταση της ενορίας του.

Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου, σήμερα

Τα παραπάνω δεν αποτελούν βέβαια τον πλήρη κατάλογο των δραστηριοτήτων, αλλά είναι ενδεικτικά του εύρους και του βάθους των ενδιαφερόντων και του τρόπου ανταπόκρισης αυτής της ενορίας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των δραστηριοτήτων το όνομά της (Σαιντ Μαρκ’ς – Αγίου Μάρκου) προφερόταν από τους φίλους της με έμφαση στο κάππα, σαν Σαιντ Μαρξ. Οι εχθροί της την αποκαλούσαν “εκείνη η εκκλησία με τα κομμούνια”.

Γενικά μια τέτοιου είδους περιγραφή είναι πραγματικά ανήκουστη για μια εκκλησία στις ΗΠΑ. Θα μπορούσε ίσως να ισχύσει για μια από τις μεγάλες, πολυμελείς και πλούσιες εκκλησίες της Δυτικής Ακτής, ή για κάποια ενορία πανεπιστημιούπολης στις μεγαλουπόλεις. Αλλά η εκκλησία για την οποία γίνεται λόγος λειτουργούσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες. Ήταν μια ομάδα 170 ανθρώπων σε μια μικρή πόλη με 5.000 κατοίκους στην καρδιά της Ζώνης της Βίβλου. Η Ζώνη αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης βιομηχανοποιημένης περιοχής κατά μήκος του ποταμού Μισισιπή, η οποία είναι γνωστή για τις αντιδραστικές της παραδόσεις.

Η ύπαρξη αυτής της προοδευτικής Χριστιανικής κοινότητας σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν ήταν βέβαια ένα είδος “ανωμαλίας της φύσης” ούτε πολύ περισσότερο προϊόν της τύχης. Ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένου σχεδιασμού, σκληρής δουλειάς, και μακροχρόνιας, συστηματικής προσπάθειας ενάντια σε αδίστακτους αντιπάλους.

Η περιοχή αυτή στη διάρκεια της ιστορίας δεν ήταν πάντοτε συντηρητική ή αντιδραστική. Η Αϊόβα αποτελούσε τμήμα του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας κατά την περίοδο πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-64). Μια από τις κύριες αρτηρίες φυγάδευσης ήταν ο ποταμός Μισισιπής, και η περιοχή Κλίντον ένας από τους σταθμούς της. Η Εκκλησία των Μεθοδιστών διασπάσθηκε πάνω στο ζήτημα της δουλείας 15 χρόνια πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, και δεν συνενώθηκε σ’ ενιαίο δόγμα παρά μόνο το 1939, σχεδόν εκατό χρόνια μετά τη διάσπαση. Η τοπική Μεθοδιστική ενορία στο Καμάντσε συναθροίστηκε για πρώτη φορά το 1839, μ’ έναν επισκέπτη πάστορα που περιέτρεχε ολόκληρη την περιοχή. Δεν έχουμε όμως καμιά ένδειξη σχετικά με τη στάση της ενορίας ως προς το ζήτημα της δουλείας.

Στις αρχές του αιώνα η περιοχή είχε χωριστεί σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα γύρω από πολλά ζητήματα, ένα από τα οποία ήταν και το ζήτημα της δουλείας. Η περίοδος Ανόρθωσης μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο είχε φέρει στο προσκήνιο την Κου-Κλουξ-Κλαν, όχι μόνο στο Νότο αλλά και στις βορεινές παραποτάμιες περιοχές. Στόχος των επιθέσεών της δεν ήταν μόνο οι λιγοστοί μαύροι κάτοικοι αλλά ένας ολόκληρος πληθυσμός Καθολικών μεταναστών και οι αυξανόμενες κινήσεις για συνδικαλιστική οργάνωση. Από τη μια πλευρά αυτής της σύγκρουσης ήταν ένα σοσιαλιστικό κίνημα που γέννησε δυο τοπικές εφημερίδες (“Ointon County Socialist” και “Merry War”) και εξέλεξε αντιπροσώπους στο δημοτικό συμβούλιο. Από την άλλη πλευρά, μαζί με την ΚΚΚ, ήταν ο Αμερικάνικος Προστατευτικός Σύνδεσμος (American Protective Association) που συγκροτήθηκε στο Κλίντον της Αϊόβα, και αργότερα εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα. Δημιούργημα ενός αντιδραστικού επιχειρηματικού τομέα, η οργάνωση αυτή κατάρτισε “μαύρες λίστες” που χρησιμοποιήθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα Πάλμερ για να συλλάβει, να προφυλακίσει και, σε πολλές περιπτώσεις, να εκτοπίσει κάπου 10.000 συνδικαλιστές.

Παρόλο που η συνδικαλιστική οργάνωση ξεκίνησε γύρω στις αρχές του αιώνα και τα σωματεία διατήρησαν μια έντονη παρουσία στην περιοχή, η δύναμη του τοπικού κατεστημένου, σε συνδυασμό με τους πολιτειακούς νόμους της Αϊόβα ”περί του δικαιώματος της εργασίας”, τελικά επιβλήθηκε ώστε σήμερα η περιοχή να αποτελεί ένα από τα οχυρά του επιχειρηματικού κόσμου. Κάθε ανάμνηση του σοσιαλιστικού κινήματος έσβησε. Μετά τη Μακαρθική περίοδο μάλιστα η περιοχή αποτελούσε ένα από τα τυπικά παραδείγματα “αγνού αμερικανισμού”. Οι εκκλησίες εκεί δεν φαίνεται να έκαναν τίποτε το ξεχωριστό, πέρα από τη συνήθη ηθικοπλαστική συμμετοχή στο στάτους κβο.

Η εκκλησία στο Καμάντσε ήταν μια μικρή ενορία μιας μικρής κηπούπολης, και αποτελούνταν κυρίως από εργάτες, μερικούς επαγγελματίες και λιγοστούς διοικητικούς υπάλληλους και αγρότες. Παρέπαιε ανάμεσα σ’ έναν καθαρό θρησκευτικό συντηρητισμό και σ’ έναν συγκεχυμένο κοινωνικό φιλελευθερισμό, ανάλογα με τις απόψεις του εκάστοτε πάστορα. Σαν διορισμός δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ευνοϊκός. Η θέση δεν αφορούσε μόνο την ενορία του Καμάντσε, γιατί από την ίδρυσή της μέχρι το 1971 μοιράζονταν τον πάστορα με τουλάχιστον άλλη μια εκκλησία. Καθώς όμως η πόλη άρχισε να μεγαλώνει σαν “υπνοδωμάτιο” της ευρύτερης περιοχής του Κλίντον, η ηγεσία του δόγματος αποφάσισε να προβιβάσει την ενορία και να αποστείλει έναν πάστορα αποκλειστικά για το Καμάντσε, μαζί με ιεραποστολική υποστήριξη για το ξεκίνημα. Ήταν ακριβώς τότε που διορίστηκα εγώ σ’ αυτή τη θέση του πάστορα. Το γεγονός δεν θεωρήθηκε και πολύ σημαντικό για την ενορία, ούτε και κάποια ιδιαίτερη τιμή για μένα. Το Καμάντσε ήταν, κατά γενική εκτίμηση, μια πολιτιστική έρημος, και εγώ, που μόλις είχα επιστρέψει από τη Λατινική Αμερική, είχα αρχίσει να επικρίνω δημόσια την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Κατά κάποιο τρόπο η ιεραρχία του δόγματος ήταν της γνώμης ότι της ενορίας της άξιζε κάποιος σαν κι εμένα, και εμένα μου άξιζε μια τέτοια ενορία!

Από τη δική μου σκοπιά, η θητεία μου στο Καμάντσε ήταν ένα πείραμα για να δω αν οι Χριστιανοί σ’ ένα χαρακτηριστικά “αμερικάνικο” περιβάλλον μιας μικρής πόλης των ΗΠΑ, θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στο μήνυμα του Ευαγγελίου μέσα από την ερμηνεία της θεολογίας της απελευθέρωσης. Ένιωθα πως “αν λειτουργούσε στο Καμάντσε”, τότε θα μπορούσε να λειτουργήσει παντού. Δεν ήταν ένα ακαδημαϊκό πείραμα, αλλά κάτι που με απασχολούσε και στο οποίο είχα συμμετάσχει ενεργά επί πολλά χρόνια. Ήξερα πως οι Χριστιανοί στη Λατινική Αμερική ανταποκρίνονταν σ’ αυτό το μήνυμα, αλλά δεν ήξερα αν οι Βορειο-αμερικάνοι, εφόσον τους παρεχόταν μια ανάλογη ευκαιρία θα έκαναν το ίδιο. Ήταν στ’ αλήθεια η τοπική εκκλησία μια χαμένη υπόθεση, όπως έμοιαζαν να πιστεύουν οι περισσότεροι προοδευτικοί Χριστιανοί και μη-Χριστιανοί, ή ήταν ένα πεδίο που δεν είχε δοκιμαστεί τόσο από θεολογική όσο και από ιδεολογική άποψη; Έπρεπε να βρω την απάντηση μόνος μου. Μου ήταν αδύνατο, είτε από Χριστιανική είτε από Μαρξιστική σκοπιά, να δεχτώ να χαραμίσω τη ζωή μου σε κάτι ανούσιο, κάτι που θα ήταν άχρηστο ως προς τα δύο ετούτα οράματα.

“Χρήσιμο” δεν σήμαινε για μένα να δράσω ατομιστικά σαν τον “φτωχό και μόνο καουμπόυ”. Σήμαινε να διαμορφώσω μια κοινότητα πίστης και δράσης. Γνωρίζοντας τις θρησκευτικές ρίζες αυτής της χώρας, κι έχοντας μεγαλώσει στην Αϊόβα, ήμουνα πεισμένος πως η προσπάθεια αυτή όχι μόνο άξιζε τον κόπο, αλλά ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μου ήταν απολύτως καθαρό πως αν δεν γινόταν κάποιου είδους θρησκευτικο-πολιτική σύνδεση, ο Συντηρητικός προτεσταντισμός (φονταμενταλισμός) είχε την εξαιρετικά επικίνδυνη δυνατότητα να μετατραπεί σε μυθολογική βάση ενός Αμερικάνικου Φασισμού. Στη Ναζιστική Γερμανία το μυθολογικό στοιχείο του φασισμού ήταν οι μύθοι των Γερμανικών φύλων, αλλά εδώ ο ρόλος αυτός ανήκει οπωσδήποτε στο Συντηρητικό Χριστιανισμό. Είχα δει αυτό τον Βορειοαμερικάνικο προτεσταντικό Συντηρητισμό να λειτουργεί σαν ανοιχτός θρησκευτικός ιμπεριαλισμός στη Λατινική Αμερική όπου χρησίμευε για τη δικαίωση και διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ήταν λοιπόν πολύ σημαντικό τουλάχιστον να σπάσει το μονοπώλιο του Συντηρητισμού πάνω στα σύμβολα και τους μύθους. Έτσι το Καμάντσε ήταν η δοκιμασία για ορισμένα πολύ κρίσιμα και μακρόπνοα ζητήματα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα στο Καμάντσε ήταν να τοποθετήσω Βίβλους στα στασίδια, έτσι ώστε οι εκκλησιαζόμενοι όχι μόνο ν’ ακούν αλλά και να βλέπουν τα κείμενα. Είπα: “Δεν θα πιστέψετε αυτά που θα ακούσετε παρά μόνο όταν τα δείτε με τα ίδια σας τα μάτια!” Όποτε διάβαζα από τις Γραφές, στο κήρυγμα της Κυριακής, φρόντιζα να εντάξω το κείμενο στο ευρύτερο του πλαίσιο. Έπρεπε να σταματήσει πια εκείνη η συνήθεια των προτεσταντών Συντηρητιστών να κολλάνε ξεκάρφωτα εδάφια εκτός συμφραζόμενων! Με το ”ευρύτερο πλαίσιο” δεν εννοώ μονάχα τη θέση του μέσα στη Βίβλο αλλά και την ιστορική στιγμή και τη συγκεκριμένη ανησυχία απ’ όπου ξεπήδησε το αναφερόμενο κείμενο. Από αυτή την προσέγγιση των Γραφών, και από τον εντοπισμό των κοινωνικο-οικονομικών και ιστορικών συνθηκών όπου γεννήθηκε αυτός ο Λόγος, φάνηκε πολύ καθαρά ότι εδώ αντιμετωπίζαμε τη Βίβλο με πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα. Γιατί δεν επρόκειτο ούτε για τον παλιό Συντηρητικό φιλολογισμό του “τσιμπολογήματος φράσεων” ούτε για τη φιλελεύθερη “θεματική” προσέγγιση. Όταν πια αυτό έγινε κατανοητό, προχωρήσαμε στο ερώτημα γύρω από το νόημα του κειμένου σε σχέση με τη σημερινή μας ιστορική κατάσταση.

Προφανώς, μια τέτοια διαφορετική προσέγγιση δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σαν αποτέλεσμα μερικών εικοσάλεπτων εβδομαδιαίων κηρυγμάτων. Ακόμα κι αν μετά από κάθε κήρυγμα υπάρχει, όπως φρόντιζα πάντα να υπάρχει, χρόνος για ερωτήσεις και διευκρινήσεις σχετικά με το κείμενο της Βίβλου και την ερμηνεία του, η δουλειά αυτή από μόνη της δεν επαρκεί. Από την ανάγκη για παραπέρα σκέψη και συζήτηση, προήλθαν οι εβδομαδιαίες συναντήσεις της ομάδας μελέτης, κάθε Τετάρτη. Σ’ αυτές τις συναντήσεις, η πρώτη ώρα αφιερώνονταν στη μελέτη του βιβλικού κειμένου που θα χρησίμευε ως βάση για το κήρυγμα της επόμενης Κυριακής. Διαβαζόταν δυνατά, ύστερα δινόταν το ιστορικό πλαίσιο και ορισμένες διευκρινήσεις, και τέλος συζητούσαμε το νόημα και τη σημασία του τόσο στο αρχικό του πλαίσιο όσο και στη σημερινή εποχή. Οι ιστορικές πληροφορίες περιλάμβαναν πράγματα όπως το γεγονός ότι η εποχή του Μωυσή ήταν μια περίοδος εξέγερσης των σκλάβων στην Αυτοκρατορική Αίγυπτο, ότι ο Ιησούς έζησε σε μια περίοδο παρατεταμένου αγώνα ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ότι η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα ενός ταξικού πολέμου που περιλαμβάνει την Εξέγερση των Χωρικών. Η αξία όλων αυτών δεν ήταν απλώς το ότι τα μέλη της ενορίας άκουγαν μια πιο εκτεταμένη ανάλυση των δικών μου απόψεων, αλλά το ότι όλοι μαζί προχωρούσαμε σε μια βαθύτερη κατανόηση των θεολογικών καταβολών μας. Εγώ διδασκόμουν απ’ αυτούς, κι εκείνοι δίδασκαν ο ένας τον άλλον, και σε πολλές περιπτώσεις οι παρατηρήσεις τους και οι ερωτήσεις τους με έκαναν να αλλάζω ορισμένα στοιχεία του κηρύγματος της επόμενης Κυριακής.

Τη δεύτερη ώρα των συναντήσεων γινόταν συζήτηση και ανάλυση των πρόσφατων γεγονότων και εξελίξεων. Η ερώτηση με την οποία ξεκινάγαμε ήταν: ”Τί σημαντικά πράγματα συνέβησαν στην περιοχή μας, στη χώρα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο αυτή την εβδομάδα;” Η λέξη κλειδί εδώ είναι, βέβαια, η λέξη “σημαντικά”. Γιατί σήμαινε ότι έπρεπε να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το σημαντικό από το ασήμαντο. Σιγά-σιγά, καθώς οι άνθρωποι τη μια βδομάδα μετά την άλλη πρότειναν ο καθένας τους εκείνο που νόμιζε σημαντικό, συμμετέχοντας σε μια ανοιχτή συζήτηση, ξεχώρισαν ή διαμορφώθηκαν κάποιες απόψεις που αποδείχτηκαν ακριβείς και χρήσιμες σαν ερμηνείες του τί συνέβαινε, ενώ άλλες εγκαταλήφθηκαν. Αυτό σήμαινε ότι σε εβδομαδιαία βάση περνάγαμε όλοι μαζί από μια διαδικασία ιδεολογικού μετασχηματισμού. Όταν άρχισαν να εντοπίζονται γενικότερες τάσεις, θέτοντας ερωτήματα για τα οποία δεν είχαμε επαρκείς απαντήσεις, προχωρούσαμε σε μια μελέτη του συγκεκριμένου ζητήματος. Ένα από αυτά τα ζητήματα που ανέκυψε πολλές φορές ήταν η έλλειψη πληροφοριών για τα άλλα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συστήματα. Έτσι μελετήσαμε το ”Εισαγωγή στο Σοσιαλισμό” των Χούμπερμαν και Σουήζυ, το ”Παγκόσμια Πείνα: Δέκα μύθοι” των Λαπέ και Κόλλινς, το ”Λαοί και Συστήματα” μια μελέτη για τις ΗΠΑ, τη Λ.Δ. Κίνας, την Τανζανία και την Κούβα, και το ”Ο Εχθρός” του Φελίξ Γκρην.

Αυτές οι δυο πλευρές της ομάδας μελέτης — η θεολογική και η ιδεολογική — δεν αποτελούσαν δυο αυστηρά ξεχωριστές ενότητες αλλά πολύ συχνά συνδέονταν μεταξύ τους μέσα στη συζήτηση. Αυτό που προέκυψε από τη μελέτη ετούτη ήταν πως ο Ελληνικός διαχωρισμός ανάμεσα στο νου και την ύλη, το σώμα και την ψυχή, τη σάρκα και το πνεύμα, το άτομο και την κοινότητα, ήταν ψευδής. Παραπέρα είδαμε ότι η πρωτοχριστιανική εκκλησία, καθώς εξαπλώθηκε στις εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, δέχτηκε τις επιδράσεις του Γνωστικισμού και των ντόπιων θρησκειών, που είχαν σα φιλοσοφική βάση τον Ελληνικό δυϊσμό. Και είδαμε επίσης ότι η Εβραϊκή θεολογία είχε αντιπαλέψει τη δυϊστική κοσμοθεωρία που γεννούσε ο Ελληνικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός. Σαν αποτέλεσμα, η Ιουδαϊκή ερμηνεία έχει περιγραφεί σαν η πιο υλιστική απ’ όλες τις θρησκείες. Κι αυτή ήταν η βάση του πρώιμου Χριστιανισμού (αν και αυτό το γεγονός το ανακαλύψαμε από τη μελέτη της Μαρξιστικής κριτικής του ύστερου Χριστιανισμού). Έτσι μπορέσαμε να κατανοήσουμε ότι το κίνημα της Βασιλείας των Ουρανών με τον Ιησού και την πρωτοχριστιανική εκκλησία διαμόρφωσε μια πρωτόγονη κομμουνιστική κουλτούρα η οποία επιβίωσε σε διάφορους βαθμούς επί αρκετούς αιώνες. Προήλθε φυσικά από τις αιρέσεις ”της ερήμου”, όπως οι Εσσαίοι και το κίνημα του Ιωάννη του Βαπτιστή, αλλά πραγματοποίησε κι ένα πολύ σημαντικό βήμα πιο πέρα. Για πρώτη φορά, ο πρωτόγονος κομμουνισμός δεν βασιζόταν στην οικογένεια, στη φυλή ή σε μια ομοσπονδία φυλών.

Όλες αυτές οι “ανακαλύψεις” μας, τελικά σήμαιναν ότι ο Μαρξισμός δεν ήταν απλώς ένα μέσο έκφρασης της Χριστιανικής μας συμπεριφοράς, αλλά κι ένα εργαλείο για την κατανόηση των Ιουδαιο-Χριστιανικών καταβολών μας.

Οπωσδήποτε, η συζήτηση τέτοιων θεμάτων έδινε μεγάλη ζωντάνια στην ομάδα μελέτης. Η μελέτη ήταν σοβαρή αλλά κι ευχάριστη γιατί επιχειρηματολογούσαμε και γελάγαμε μαζί. Μέσα από αυτή την κατάσταση η ομάδα βαθμιαία διαμορφώθηκε σε μια κοινότητα “πίστεως εν δράσει”. Το σημαντικό ποσοστό της ενορίας που συμμετείχε τακτικά στην ομάδα μελέτης αποτέλεσε τον πυρήνα που “ήξερε τί έκανε και γιατί”. Τα μέλη της μπορούσαν να διατυπώσουν ένα λόγο που εξηγούσε την πίστη τους, τόσο στο θεολογικό όσο και στο ιδεολογικό επίπεδο.

Επειδή όλοι δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στην ομάδα μελέτης, χρειάστηκε να δημιουργηθούν κάποιες δυνατότητες για εκείνους που έβλεπαν με συμπάθεια την όλη προσπάθεια, και είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν με κάτι περισσότερο από την παρακολούθηση του κυριακάτικου κηρύγματος. Αυτό που τελικά έγινε ήτανε μια ”συνάντηση για καφέ” όπου 40-50 άτομα μένανε μετά τη λειτουργία της Κυριακής για μια ώρα περίπου κουβεντιάζοντας σε μια ανεπίσημη ατμόσφαιρα. Ενώ τα παιδιά ήταν στο κατηχητικό, οι ενήλικες (που περιλάμβαναν και τους μαθητές του γυμνασίου)άρχιζαν με ερωτήσεις γύρω από το θέμα του κηρύγματος που είχε προηγηθεί, και συνέχιζαν από κει σε μια ευρύτερη συζήτηση. Ήταν εντυπωσιακό το ότι με δυσκολία βρίσκαμε κάποιον ενήλικα να διδάξει στο κατηχητικό, γιατί αυτό σήμαινε ότι θα έχανε τη ”συνάντηση του καφέ”. Για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα χρειάστηκε να εναλλάσσουμε τους διδάσκοντες κατά τακτικά διαστήματα.

Η επιμόρφωση από την ομάδα μελέτης, το κήρυγμα και τη συνάντηση του καφέ ήταν πολύ ουσιαστική, τόσο μάλιστα που οι επισκέπτες στην ενορία μας νόμιζαν ότι είχαν πέσει κατά λάθος σε μια συζήτηση πανεπιστημιακών ή τουλάχιστον ανθρώπων με πανεπιστημιακή παιδεία. Στην πραγματικότητα,ελάχιστοι είχαν φοιτήσει σε πανεπιστήμια, μερικοί δεν είχαν τελειώσει το γυμνάσιο, και υπήρχαν και ορισμένοι τελείως αγράμματοι. Αυτές οι διαφορές δεν δημιουργούσαν εμπόδια στη συζήτηση μέσα στην ομάδα γιατί το θέμα ήταν η ζωή και οι εμπειρίες των ανθρώπων.

Από οργανωτική άποψη, οι συναντήσεις του καφέ αποτελούσαν έναν δεύτερο, ομόκεντρο κύκλο δραστηριότητας γύρω από τον πυρήνα της ομάδας μελέτης. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτές τις συναντήσεις βοηθούσαν στην παραπέρα πληροφόρηση εκείνων που έρχονταν μόνο στη λειτουργία, καθώς και εκείνων που κατοικούσαν στην ενορία μας αλλά δεν είχαν επαφή με την εκκλησία.

Αν η μελέτη και η συζήτηση δεν είχε συνδυαστεί σε μια δεύτερη φάση με συγκεκριμένη δράση, τότε η πορεία των γεγονότων στο Σαιντ Μαρκ’ς θα ήταν απλώς μια διαρκής ανακύκλωση και επανάληψη. Αν δεν δοκιμάζαμε τα συμπεράσματά μας και τους εαυτούς μας, θα χτίζαμε απλώς ένα γυάλινο πύργο, αποκομμένο από την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν,προχωρήσαμε και στην πράξη. Οι ενέργειες που περιγράψαμε στην αρχή αυτού του άρθρου μας οδηγούσαν, με κάθε βήμα,σε μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, κάποιοι εγκατέλειπαν την ομάδα, αλλά εκείνοι που παρέμεναν και συμμετείχαν, δυνάμωναν. Και επιπλέον υπήρχαν και άλλοι που έρχονταν στην εκκλησία για να δουλέψουν μαζί μας μετά από κάθε ενέργεια. Η κατήχηση στην πράξη είναι πολύ ισχυρότερη από την κατήχηση με τα λόγια. Η κατανόηση της πραγματικότητας γινόταν καθαρότερη και η Χριστιανική και Μαρξιστική τοποθέτησή μας βαθύτερη, κάθε φορά που έμπαινε σε δοκιμασία. Αυτό δε σημαίνει ότι η όλη διαδικασία ήταν εύκολη ή ανώδυνη. Κάθε φορά που κάποιος αποχωρούσε, ήταν μια πολύ οδυνηρή εμπειρία για τους υπόλοιπους γιατί πραγματικά είχαμε διαμορφώσει πολύ στενούς δεσμούς μεταξύ μας. Μάλιστα, το πιο δύσκολο πράγμα που έχει να αντιμετωπίσει μια ομάδα αυτού του είδους, είναι η ρήξη μέσα στην οικογένεια ή μεταξύ φίλων. Τα λόγια του Χριστού για το αναπόφευκτο της ρήξης ακόμα και μέσα στην οικογένεια σαν αποτέλεσμα της απόφασης να ταχθείς στο σκληρό αγώνα, απέκτησαν μια ιδιαίτερη σημασία για μας καθώς ζούσαμε αυτή την εμπειρία κάθε φορά που βάζαμε στην πράξη τα όσα κηρύτταμε.

Το πιο σημαντικό στοιχείο της μελέτης μας ήταν η προσπάθεια να εντοπίσουμε την κοινή ρίζα των διαφόρων υποθέσεων για τις οποίες αποφασίζαμε να δράσουμε. Χωρίς μια τέτοια κατεύθυνση, οι άνθρωποι θα αναλώνονταν και πολύ εύκολα θα χάνονταν στην αναζήτηση των μυριάδων φαινομενικά ασύνδετων δεδομένων. Τόσο η θεολογία της απελευθέρωσης όσο και η Μαρξιστική θεωρία, η καθεμιά από τη σκοπιά της, πάντα αναζητούν τη ρίζα του προβλήματος — και γι’ αυτό είναι και οι δυο ριζοσπαστικές. Και οι δυο αναλύουν τα φαινόμενα μέχρι το σημείο όπου συνδέονται μεταξύ τους, κι έτσι όταν διερευνούσαμε τα συγκεκριμένα ζητήματα δεν πελαγοδρομούσαμε αλλά αντίθετα βαθαίναμε την κατανόησή τους. Μια φιλελεύθερη προσέγγιση στις ίδιες υποθέσεις συνήθως οδηγεί σε μια εξάντληση δυνάμεων γιατί δεν υπάρχει ένα εναλλακτικό όραμα που να συνδέει τις λεπτομέρειες σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Σαν αποτέλεσμα, ο φιλελευθερισμός είναι αναγκασμένος να περιορίζει είτε το βάθος είτε τον αριθμό των ζητημάτων στα οποία παρεμβαίνει.

Ο αυτοπροσδιορισμός μας σαν ομάδα δεν προήλθε μόνο από την κοινή μελέτη και δράση, αλλά και από την εχθρότητα που αντιμετωπίσαμε. Απ’ την πρώτη κιόλας Κυριακή που μίλησα στην εκκλησία του Καμάντσε, το αντίπαλο στρατόπεδο έκανε την παρουσία του αισθητή. Η σύζυγος ενός δικηγόρου της περιοχής και ιδιοκτήτη ακινήτων στις φτωχογειτονιές, η οποία αποτελούσε έναν από τους αυτόκλητους στυλοβάτες της εκκλησίας, άρχισε μια εκστρατεία ψιθύρων διαδίδοντας ότι ήμουν “κομμουνιστής”. Καθώς δεν. είχα χρησιμοποιήσει καμιά επίμαχη λέξη στο κήρυγμά μου, και είχα βασιστεί αποκλειστικά στο κείμενο της Βίβλου, η αντίδραση του κόσμου,ήταν να αναρωτηθεί περισσότερο για τα δικά της κίνητρα παρά για τις δικές μου πολιτικές πεποιθήσεις. Και πολλοί είπαν “δεν ξέρουμε ποιος είναι ούτε από πού έρχεται, αλλά αν αυτή είναι εναντίον του, τότε εμείς είμαστε μαζί του”.

Το επόμενο στάδιο της επίθεσης ήταν ένα οικονομικό μποϋκοτάρισμα από τους δεξιούς που διαφωνούσαν με την κατεύθυνση των κηρυγμάτων μου. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που κατήγγειλαν το μποϋκοτάρισμα όταν το έκαναν εργάτες ενάντια στις εταιρείες, αλλά ήταν μια χαρά όταν το χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για να με κάνουν να σωπάσω ή να φύγω. Παρόλο που ο περιορισμός των οικονομικών πόρων ήταν οδυνηρός για μια μικρή ενορία σαν τη δική μας, δεν ήταν καθοριστικής σημασίας. Μάλιστα, τούτο έδειξε στους υπόλοιπους ότι δεν ήταν οι πλούσιοι, αλλά οι εργάτες και οι φτωχοί που σήκωναν το κύριο οικονομικό βάρος για τη λειτουργία της εκκλησίας. Κι όταν οι εργαζόμενοι είδαν τί συνέβαινε, αύξησαν τις προσφορές τους για να αντισταθμίσουν το μποϋκοτάρισμα των πλούσιων.

Όταν φάνηκε ότι το οικονομικό μποϋκοτάρισμα δεν λειτούργησε, το επόμενο βήμα ήταν η αποχώρηση, από τις διοικητικές θέσεις, των ανθρώπων που θεωρούνταν αναντικατάστατοι για τη λειτουργία της εκκλησίας. Αν και αυτό αρχικά ανησύχησε πολύ όσους παρέμειναν, σύντομα έγινε φανερό ότι και άλλα μπορούσαν να κάνουν τις δουλειές, και για πρώτη φορά υπήρξε ένα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας. Τα πάντα λειτουργούσαν καλύτερα από πριν!

Πέρα από τις εχθρικές ενέργειες μέσα στην ενορία, η επιχειρηματική και κοινωνική “ελίτ” προσπάθησε να πιέσει τον επίσκοπο να με μεταθέσει, και πολύ συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της ανεπίσημης απεργίας που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου. Σε μια περίπτωση τα πράγματα οξύνθηκαν τόσο ώστε κλήθηκα σε απολογία ενώπιον του επισκόπου και 13 τοποτηρητών της πολιτείας της Αϊόβα. Επρόκειτο για μια απαίτηση δίχως προηγούμενο από την πλευρά της ιεραρχίας,γι’ αυτό απάντησα λέγοντας ότι θα επιθυμούσα να φέρω μαζί μου άλλον έναν πάστορα στη συνεδρία. Ο τοποτηρητής της περιοχής μου με πληροφόρησε ότι ήταν αδύνατο γιατί κάτι τέτοιο ”θα παραβίαζε την εμπιστευτικότητα της διαδικασίας των διορισμών”. Αντέτεινα ότι ο συνάδελφος μου θα μπορούσε να είναι παρών μέχρι τη συζήτηση του θέματος του διορισμού, αλλά έλαβα την απόκριση: ”Όχι. Επ’ ουδενί!” Στο σημείο αυτό είπα ότι θα ήθελα να ηχογραφήσω τη συζήτηση, γιατί έμοιαζε με μια συνάντηση εργοδοσίας – εργαζόμενων, όπου εγώ βρισκόμουν στη δοσμένη αριθμητική σχέση του 14 προς 1. Με έκπληκτο και οργίλο ύφος μου απάντησαν ότι αυτό έμοιαζε να υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αδελφότητα και ότι το αίτημά μου απορριπτόταν ασυζητητί. Τελικά είπα, ”τότε λοιπόν δεν μου αφήνετε άλλη επιλογή από το να βγω και να μιλήσω στα μέσα ενημέρωσης”. Αγνόησαν αυτό το σχόλιο ως άνευ σημασίας.

Εκείνο το απόγευμα συμμετείχα σε μια συγκέντρωση 1.500 περίπου απεργών, όπου ο συνδικαλιστικός τους εκπρόσωπος ανακοίνωσε την κλήση μου σε απολογία από την ιεραρχία της εκκλησίας. Οι απεργοί απάντησαν αμέσως: ”Να πάμε με λεωφορεία στο Ντες Μόινς και να διαδηλώσουμε έξω από την Επισκοπή, κι ενώ ο Τζιλ θα μιλάει με την ιεραρχία μέσα στο κτίριο εμείς θα τα λέμε στους δημοσιογράφους απ’ έξω”. Ένας χαφιές φαίνεται ότι ειδοποίησε αμέσως τον επίσκοπο, γιατί μόλις πήγα σπίτι μου χτύπησε το τηλέφωνο και ο τοποτηρητής της περιοχής μου είπε: ”Η συνάντηση αναβάλλεται επ’ αόριστο — δεν είχαμε σκοπό να δώσουμε δημοσιότητα στο θέμα”.

Αυτό που θέλουμε να υπογραμμίσουμε, περιγράφοντας την εχθρότητα που αντιμετωπίσαμε, είναι ότι το αποτέλεσμά της ήταν να ενισχυθεί η αλληλεγγύη μας και να ξεκαθαρίσουν οι απόψεις μας. Έδειξε σε όλους ότι διεξαγόταν ένας ταξικός πόλεμος τόσο μέσα στην εκκλησία όσο και μέσα στην κοινότητα όπου ζούσαν, κι αυτό έκανε την κατανόηση των αγώνων στον υπόλοιπο κόσμο ακόμα πιο βαθιά.

Δυο χρόνια αργότερα, αφού παρέμεινα στη θέση του πάστορα για να βοηθήσω τους ανθρώπους να ξαναστήσουν τη ζωή τους μετά την απεργία και τη διαγραφή του σωματείου τους από το επίσημο συνδικάτο, ζήτησα από μόνος μου μετάθεση. Είχα ζήσει στο Καμάντσε για 10 χρόνια, κι ένιωθα πως ήταν καιρός για μια αλλαγή, τόσο για μένα όσο και για την ενορία. Στη θέση μου, ο επίσκοπος διόρισε ένα νεαρό πάστορα με την οδηγία να “συμφιλιώσει” εκείνους που είχαν αποχωρήσει από την εκκλησία Σαιντ Μαρκ’ς με εκείνους που είχαν παραμείνει και είχαν συμμετάσχει στους αγώνες. Αυτή η επιχείρηση της ταξικής συνεργασίας, της ”ενότητας πάνω απ’ όλα”, προωθήθηκε από το νεαρό καρριερίστα πάστορα ενάντια στη θέληση και την αλληλέγγυα στάση των μελών της ενορίας που είχαν δουλέψει μαζί μου. Μέσα σε μερικούς μήνες οι άνθρωποι που είχαν κατακτήσει μια νέα κατανόηση του Χριστιανισμού μέσα από τους αγώνες και τη μελέτη των προηγούμενων χρόνων, αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το Σαιντ Μαρκ’ς, και οργανώθηκαν σαν ομάδα της Μεθοδιστικής Ομοσπονδίας για την Κοινωνική Δράση. Εδώ και τρία χρόνια η ομάδα αυτή, κάπου 70-80 άτομα, συνεχίζει τις συναντήσεις και την πρακτική που είχαμε αρχίσει μαζί. Δεν έχουν πάστορα,αλλά εναλλάσσονται στην καθοδήγηση της ομάδας μελέτης κάθε Τετάρτη βράδυ και στην προετοιμασία του κηρύγματος της Κυριακής. Έχουν αντιμετωπίσει κάθε είδους επιθέσεις,αλλά είναι τώρα ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουν το χρόνο τους και τα χρήματά τους για υποθέσεις και ενέργειες στις οποίες πιστεύουν και όχι για να συντηρούν κάποιο κτίριο ή να συνεισφέρουν στη λειτουργία των οργανωτικών δομών της ιεραρχίας. Έμαθαν πολύ καλά ότι “η εκκλησία” δεν ταυτίζεται μ’ ένα κτίριο, έναν ιερέα, ένα δόγμα, και έτσι είναι σήμερα σοφότεροι και ισχυρότεροι.

Και όλοι μας είδαμε πως το Ευαγγέλιο που είναι “καλα μαντάτα” για τους φτωχούς, είναι κατά κανόνα “κακά μαντάτα” για τους πλούσιους, πως η ζωή μας δεν ”δικαιώνεται δια της πίστεως” αλλά δια της πίστεως εν δράσει, πως ο Ιησούς και οι προφήτες έζησαν και πέθαναν για το Θεϊκό Βασίλειο της επίγειας δικαιοσύνης, για έναν κόσμο όπου θα υπάρχει ζωή εν αφθονία για όλους, και όπου “οι έσχατοι έσονται πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι”. Τέλος, μάθαμε ότι ο Χριστιανισμός και ο Μαρξισμός δεν είναι αντίθετοι ο ένας στον άλλον,ούτε απλώς οι δυο όψεις του ίδιου προοδευτικού κινήματος στην ιστορία, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες πλευρές των υποκειμένων που αγωνίζονται.

Όσο για μένα, τα ερωτήματα που με απασχολούσαν σχετικά με την εκκλησία πριν από 13 χρόνια, βρήκαν κάποιες απαντήσεις. Ναι, “μπορούσε να λειτουργήσει στο Καμάντσε”, πέρα από κάθε προσδοκία, δική μου ή οποιουδήποτε άλλου. Ναι, μπορούσε να διασπαστεί το μονοπώλιο των θρησκευτικών συμβόλων και μύθων, που κατείχε ο προτεσταντικός Συντηρητίσμός (φονταμενταλισμός) και η ”Ηθική Πλειοψηφία”. Ναι, η θεολογία της απελευθέρωσης μπορούσε να ριζώσει εκεί. Και η θεολογία αυτή ανοίγει μια νέα προοπτική με αντίκτυπο τόσο σημαντικό για την άνοδο του σοσιαλισμού, όσο σημαντικός ήταν και ο αντίκτυπος της θεολογίας της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης για την άνοδο του καπιταλισμού.

Είναι η εκκλησία στο πλευρό του λαού;

«Η Εκκλησία, η οποία είναι μέχρι σήμερα πολύ στενά συνδεδεμένη με την καθεστηκυία τάξη, αρχίζει να τοποθετείται με διαφορετικό τρόπο απέναντι στην κατάσταση λεηλασίας, καταπίεσης και αλλοτρίωσης που βιώνουμε στη Λατινική Αμερική. Αυτό έχει προκαλέσει την ανησυχία των εκμεταλλευτών και των υπέρμαχων της καπιταλιστικής κοινωνίας, που βλέπουν να απομακρύνεται αυτή που μέχρι σήμερα αποτελούσε, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα από τα στηρίγματά αυτής της κατάστασης.»¹

Τα παραπάνω, τα έγραφε το 1971 ο Περουβιανός ιερέας και θεολόγος, Γκουστάβο Γκουτιέρες. Ήταν μια περίοδος όπου μεγάλα τμήματα της Καθολικής εκκλησίας στην Λατινική Αμερική, κάτω από την επιρροή του κινήματος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, στέκονταν χωρίς περιστροφές στο πλευρό του λαού και συμπορεύονταν με αυτούς που επιδίωκαν την ανατροπή του καπιταλισμού.

Μάλιστα, για την Θεολογία της Απελευθέρωσης, το μνημόνιο της Σάντα Φε (Santa Fe Document) για την ακολουθητέα πολιτική των ΗΠΑ στη Λατινική Αμερική, που συνέταξαν οι σύμβουλοι του Ρόναλντ Ρέιγκαν, ανέφερε: «Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ πρέπει να αρχίσει να αγωνίζεται (και όχι να αντιδρά εκ των υστέρων) εναντίον της θεολογίας της απελευθέρωσης. Στη Λατινική Αμερική ο ρόλος της εκκλησίας είναι ζωτικός για την έννοια της πολιτικής ελευθερίας. Δυστυχώς οι μαρξιστικές-λενινιστικές δυνάμεις κάνουν χρήση της εκκλησίας ως όπλου κατά της ατομικής ιδιοκτησίας και του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής, διοχετεύοντας στη θρησκευτική κοινότητα ιδέες μάλλον κομμουνιστικές παρά χριστιανικές».

Το ζήτημα είναι το εξής: Θα μπορούσε να ειπωθεί κάτι παρόμοιο, με αυτά που λέει ο Γκουτιέρες, για την ντόπια εκκλησία σήμερα;

Η σχετική θεολογία για μια τέτοια στάση της εκκλησίας, είναι βαθιά και υπαρκτή. Το ιστορικό υπόβαθρο έχει επίσης βαθιές ρίζες. Άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την αναγκαιότητα της ανατροπής της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, υπάρχουν μέσα στην εκκλησία. Παρ’ όλα αυτά όμως, στο παραπάνω ερώτημα, η απάντηση είναι πως μάλλον όχι!

Η εκκλησία, δεν έχει ταχθεί ξεκάθαρα υπέρ του λαού. Μπορεί μεν να προσφέρει φιλανθρωπία στους πιο φτωχούς και εξαθλιωμένους, όμως δεν θίγει τα αίτια που οδηγούν τον λαό στην εξαθλίωση και την φτώχεια, την ίδια στιγμή που οι καπιταλιστές συσσωρεύουν αμύθητο πλούτο. Η εκκλησία ανέχεται τους εκμεταλλευτές στους κόλπους της. Δεν τους ενοχλεί κι ούτε τους αγγίζει ιδιαίτερα. Ο βιβλικός λόγος του Ιησού, ότι “είναι ευκολώτερον να περάση μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά πλούσιος να μπη εις την βασιλείαν του Θεού.” (Ματθ. 19:24, ΚΔΤΚ), αποσιωπάται ολοσχερώς.

Είναι ανάγκη και η εκκλησία να ταχθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων, να γίνει καταπέλτης ενάντια στην ανισότητα, την αδικία και την εκμετάλλευση, να πάψει να καταδέχεται να είναι εργαλείο στα χέρια των αστών, να πάψει είναι «όπιο του λαού». Εξάλλου, «η φτώχεια είναι σύμφωνα με τη Βίβλο μια σκανδαλώδης απαράδεκτη κατάσταση που αντιβαίνει προς τις αρχές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και συνεπώς είναι αντίθετη στο θέλημα του Θεού.»²

1. Γκουστάβο Γκουτιέρες, «Θεολογία της απελευθέρωσης», Άρτος Ζωής, Αθήνα 2012, σελ. 252.
2. Ο.π. σελ. 473

Αντίο σύντροφε π. Αντρέα Γκάλλο!

Πριν λίγους μήνες μιλούσαμε για το διαφορετικό «κήρυγμα» αντίστασης του π. Αντρέα Γκάλλο, ο οποίος μετά την Θεία Λειτουργία στον Άγιο Βενέδικτο της Γένοβας, τιμώντας τη μνήμη του προ ολίγων ημερών αποβιώσαντος βετεράνου παρτιζάνου Ντομένικο Κατάλντι, άρχισε να τραγουδάει το Bella Ciao, ανεμίζοντας ένα κόκκινο μαντήλι!

Σήμερα, αποχαιρετάμε τον ίδιο τον π. Αντρέα! Ήταν επαναστατικός, ανατρεπτικός, στρατευμένος στο πλευρό των αδύναμων και των καταπιεσμένων, ενάντια στις διακρίσεις και την εκμετάλλευση. Όπως έλεγε ο ίδιος, «η βοήθεια στους τελευταίους είναι καθήκον».

Με την ζωή του, και ο π. Αντρέα, απέδειξε ότι ένας χριστιανός μπορεί, ή μάλλον, οφείλει, να είναι ριζοσπάστης υπέρ του λαού, ενάντια στο σύστημα την εκμετάλλευσης και όλες τις κοινωνικές εκφάνσεις του.

«Το πιο σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε, ώστε να μετρά η φωνή των φτωχών. Θα ξανασυναντηθούμε. Θα συναντιόμαστε για πάντα. Σε όλο τον κόσμο, σε όλες τις εκκλησίες, τα σπίτια, τις ταβέρνες. Οπουδήποτε υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για αλήθεια και δικαιοσύνη»
-π. Αντρέα Γκάλλο

Αντίο σύντροφε!

Για τους θρησκευόμενους υπερασπιστές του καπιταλισμού

Υπάρχουν θρησκευόμενοι που αγωνιούν και αγωνίζονται για την υπεράσπιση, την συγκάλυψη και την εδραίωση του καπιταλιστικού συστήματος της εκμετάλλευσης. Την προοπτική της ανατροπής της βαρβαρότητας την βαπτίζουν αμαρτία. Φαίνεται να έχουν διαλέξει πλευρά: είναι στο πλευρό αυτών που έχουν στην κατοχή τους τα μέσα παραγωγής αρπάζοντας τον πλούτο που παράγει ο λαός με τον ιδρώτα και το αίμα του.

Κάποιους θα τους ακούσετε να δυσανασχετούν με τα εμπόδια που θέτει το κράτος στην επιχειρηματικότητα, στην ελεύθερη αγορά και οικονομία, ευαγγελιζόμενοι πως όλα θα βελτιωθούν με ακόμα πιο αχαλίνωτο καπιταλισμό, με ακόμα μεγαλύτερη βαρβαρότητα. Άλλοι θα αγωνιούν για τις τράπεζες των καπιταλιστών και την ανακεφαλαίωσή τους. Άλλοι πάλι, θα υποστηρίξουν ότι έργο της εκκλησίας είναι η φιλανθρωπία, ενώ η θεολογία που είναι στο πλευρό του λαού και της εργατικής τάξης και η οποία αγγίζει τους «τύπους των ήλων» των αιτίων της ανισότητας και της αδικίας, δεν είναι έργο της εκκλησίας.

Συνειδητά ή ασυνείδητα, είναι υπερασπιστές των ισχυρών αυτού του κόσμου, των πλουσίων και των καπιταλιστών.

Τι σχέση έχουν όλοι αυτοί άραγε, με τον αρχαίο λόγο της εκκλησίας;

«Αλίμονο σε εκείνους που προσθέτουν στο σπίτι τους κι άλλο σπίτι κι ενώνουνε χωράφι με χωράφι, έτσι που πια να μην υπάρχει τόπος για άλλους κι αυτοί να μείνουνε οι μοναδικοί της χώρας κάτοικοι! […] Ο πλούσιος θα αφανιστεί μέσα στις επιχειρήσεις του. […] Οι πλούσιοι είναι αυτοί που σας καταδυναστεύουν. […]  Ακούστε με τώρα εσείς οι πλούσιοι. Κλάψτε με γοερές κραυγές για τα βάσανά σας, που όπου να ‘ναι έρχονται. Ο πλούτος σας σάπισε, και τα ρούχα σας τα ‘φαγε ο σκόρος· το χρυσάφι σας και το ασήμι κατασκούριασαν, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρική κατάθεση εναντίον σας και θα καταφάει τις σάρκες σας σαν τη φωτιά. Κι ενώ πλησιάζει η κρίση, εσείς μαζεύετε θησαυρούς. Ακούτε! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας κι εσείς τους τον στερήσατε· και οι κραυγές των θεριστών έφτασαν ως τα αυτιά του παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στη γη με απολαύσεις και σπατάλες. Παχύνατε σαν τα ζώα, που τα πάνε για σφάξιμο. Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο· δε σας προέβαλε αντίσταση καμία.» (Ησ. 5:8, Ιακ. 1:11, 2:6, 5:1-6)

Κάποια ζητήματα που θα πρέπει να δούμε, χωρίς φόβο και προκαταλήψεις!

Let's stop "fooling" ourselves!

Let’s stop «fooling» ourselves!

Ανέκαθεν οι εκμεταλλευτές, μέσα από την θρησκευτική πίστη, επιδίωκαν να υποδουλώσουν την συνείδηση του λαού, διδάσκοντας πως η ύπαρξη φτωχών και πλουσίων είναι μέρος του «θεϊκού σχεδίου», πως οι άνθρωποι πρέπει να σιωπούν μπροστά στην αδικία και την ανισότητα και να υποτάσσονται σιωπηλά στους από πάνω!

Είναι αλήθεια πως το απελευθερωτικό μήνυμα της χριστιανικής πίστης, στις περισσότερες περιπτώσεις… «εξαϋλώθηκε», και μέσα στους αιώνες, οι εκκλησίες εξελίχθηκαν σε βασικό δεκανίκι των εκμεταλλευτών.

Βέβαια, πάντα υπήρξαν επαναστατικές φωνές που διαφοροποιούνταν, μέσα στην εκκλησία. Η ίδια η Αγία Γραφή, είναι διάσπαρτη από έναν απελευθερωτικό οραματισμό της κοινωνίας (1, 2, 3, 4, 5). Μάλιστα ο σοσιαλιστής ηγέτης Φιντέλ Κάστρο παραδεχόταν πως «με τις διδασκαλίες του Χριστού μπορείς να διατυπώσεις ένα ριζοσπαστικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα, ανεξαρτήτως αν είσαι πιστός ή όχι». Επίσης, πολλοί από αυτούς που οι ίδιες οι εκκλησίες παραδέχονται ως Πατέρες, διατύπωσαν ιδιαίτερα ριζοσπαστικές σκέψεις για το κοινωνικό ζήτημα (1, 2, 3, 4, 5). Αλλά η φωνή τους, φαίνεται πως αποσιωπάται με αποτέλεσμα να αγνοούνται οι αντιλήψεις τους από την συντριπτική πλειοψηφία των θρησκευόμενων.

Όσο για τα διάφορα ριζοσπαστικά κινήματα που εμπνεύστηκαν από την χριστιανική πίστη μέσα στους αιώνες (θαβωρίτες, αναβαπτιστές, κίνημα των χωρικών, σκαφτιάδες κ.λπ.), είτε θεωρούνται ως αμφιλεγόμενα από την επικρατούσα θεολογική σκέψη, είτε απορρίπτονται εξολοκλήρου ως αιρετικά (sic). Επίσης, για την σύγχρονη θεολογία της απελευθέρωσης, οι σύγχρονοι «ιεροεξεταστές», από νωρίς έσπευσαν να της κολλήσουν την ταμπέλα της «μαρξιστικής τάσης» της εκκλησίας, επιχειρώντας να την απαξιώσουν στα μάτια ενός ποιμνίου που είχε γαλουχηθεί με τέτοιο τρόπο, ώστε όταν άκουγε την λέξη «κομμουνισμός», έκανε συνειρμούς με την κόλαση!

Οι χριστιανοί που αντιλαμβανόμαστε την αναγκαιότητα της κοινωνικής απελευθέρωσης και της ανατροπής του συστήματος της εκμετάλλευσης, θα πρέπει πρώτοι να ασκήσουμε κριτική και να αναλύσουμε τον αντιδραστικό ρόλο που έπαιξαν εκφάνσεις της θρησκείας και της εκκλησίας μέσα στην ιστορία.

Θα πρέπει, επιτέλους, χωρίς φόβο και προκαταλήψεις, να αναζητήσουμε το γιατί και το πως, η απελευθερωτική χριστιανική πίστη σε πολλές περιπτώσεις μετατράπηκε σε μοιρολατρική αντίληψη για την ζωή, και χρησιμοποιήθηκε ως κατασταλτικό για κάθε πιθανή ριζοσπαστικοποίηση, κηρύττοντας (όπως έλεγε το The Preacher And The Slave του Τζό Χίλλ): «Θα φάτε, σε αυτή την ένδοξη γη πάνω από τον ουρανό. Να εργάζεστε και να προσεύχεστε, ζήστε στο σανό. Όταν πεθάνετε, θα λάβετε πίτα στον ουρανό. Αν παλέψετε σκληρά για τα παιδιά σας και τη γυναίκα σας, και προσπαθείτε να διεκδικήσετε κάτι καλό σε αυτή τη ζωή, είστε αμαρτωλός και κακός άνθρωπος. Όταν θα πεθάνετε, σίγουρα θα πάτε στην κόλαση.»

Θα πρέπει να μελετήσουμε και να αξιοποιήσουμε την κριτική που έχει ασκηθεί προς θρησκεία και εκκλησία, από την σκοπιά του εργατικού-λαϊκού κινήματος και της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Θα πρέπει να δούμε, πως ακόμα και σήμερα, ένα τεράστιο κομμάτι της εκκλησίας χαρακτηρίζεται από την αντίδραση, την μοιρολατρία, την συγκάλυψη της κοινωνικής οπισθοδρόμησης, την δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης, και πολλές φορές ακόμα κι από την εναντίωση και τον εξοβελισμό της ριζοσπαστικής, αγωνιστικής και απελευθερωτικής προοπτικής.

Το διαφορετικό κήρυγμα αντίστασης του ιερέα π. Αντρέα Γκάλλο

Στις 8 Δεκεμβρίου στον άγιο Βενέδικτο της Γένοβας, μετά την λειτουργία, ο ηλικιωμένος ιερέας του ναού, ο ντον Γκάλλο, τιμώντας τη μνήμη του προ ολίγων ημερών αποβιώσαντος βετεράνου παρτιζάνου Ντομένικο Κατάλντι, έπιασε το μικρόφωνο και άρχισε να τραγουδάει το πασίγνωστο αντιφασιστικό τραγούδι Bella Ciao, ανεμίζοντας μάλιστα ένα κόκκινο μαντήλι που είχε από πριν κρυμμένο στα …ράσα του, και προκαλώντας …τον ενθουσιασμό στο ποίμνιό του! Τη σκηνή αυτή βλέπουμε στο βιντεάκι που ακολουθεί στο τέλος του άρθρου..

Bella Ciao dopo la Santa Messa

O εφημέριος Don Antrea Gallo μέσα από ένα άλλο κήρυγμα αντίστασης εύχεται καλές γιορτές στους συντρόφους του

Ένα άλλο κήρυγμα για την αντίσταση στην αδικία έψαλε μετά το τέλος της καθολικής λειτουργίας ο υπερήλικας ιερέας της Γένοβας. Ακούστε το. Θα το αναγνωρίσετε αμέσως κι ας μη ξέρετε ιταλικά. Δεν θα αποφύγουμε τον πειρασμό να αναλογιστούμε τι θα μπορούσε να συμβεί στη χώρα μας αν γινόταν κάτι αντίστοιχο μετά την ορθόδοξη λειτουργία.

Πρόκειται για τον Don Andrea Gallo που γεννήθηκε το 1928 στη Γένοβα κι έκανε ιεραποστολή στη Βραζιλία τη δεκαετία του 1950. Όταν τον έδιωξε από κει η τότε χούντα, επέστρεψε στη Γένοβα κι έγινε εφημέριος στην ενορία του San Benedetto in Porto.

Με την καθημερινή του δράση έκανε την ενορία του «σημείο αναφοράς για αγωνιστές της Νέας Αριστεράς, χριστιανούς ή όχι» από το 1970.

Η μητρόπολη τον μετακίνησε στο νησάκι της Capraia. Το 1975 γεννήθηκε η Κοινότητα του San Benedetto in Porto, «ένα νησί αλληλεγγύης στην καρδιά μιας πόλης με χίλια προβλήματα, που φροντίζει εξαρτημένους από ναρκωτικά, αλλά γενικότερα άτομα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες: πρώην πόρνες, πρώην κλέφτες, άνδρες και γυναίκες στη μετάβαση από το ένα φύλο στο άλλο» (από το βιβλίο του Don Andrea Gallo «Αγγελικά Αναρχικός»).

«Αυτό που μετράει είναι να κάνουμε τα πάντα για να πάρει το λόγο ο φτωχός κόσμος, αυτός που δεν μετράει και γι’ αυτό τον κακομεταχειρίζονται» λέει ο «παπάς του πεζοδρομίου», όπως αυτοχαρακτηρίζεται.

Το παραπάνω κείμενο είναι αναδημοσίευση από τα ιστολόγια Fadomduck2 και Είμαι στα Χάη μου.

Δείτε επίσης, ένα παλαιότερο άρθρο των «Υπερβολών», που έκανε αναφορά και στον π. Αντρέα Γκάλλο.

Για τους «εξωγήινους» θρησκευόμενους

Υπάρχουν χριστιανοί, που έχουν επιλέξει μια ανέξοδη πορεία. Κηρύττουν μερικές ηθικιστικές διατάξεις, επιλέγουν και ένα lifestyle -αυτό του «άγιου» που διαφέρει από τον «αμαρτωλό κόσμο», και πιστεύουν πως με αυτόν τον τρόπο εκπληρώνουν το «χρέος» τους μπροστά στον Θεό. Δεν εμφανίζονται πουθενά μέσα στην κοινωνία καθώς, στην πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτήν. Αν ποτέ εμφανιστούν, το μόνο που ίσως να κάνουν, θα είναι να ψελλίσουν πως «ο κόσμος αυτός είναι μακριά από τον Θεό» και πως πρέπει να ακολουθήσει αυτούς τους ίδιους, για να την βγάλει καθαρή από τα επερχόμενα δεινά, αλλιώς… «καλά να πάθει»(;), ή κάτι παρόμοιο!

Οι πιο ακραίοι από αυτούς, θα κατηγορήσουν όσους χριστιανούς ασχολούνται και είναι ενεργοί μέσα στην κοινωνία, πως «έχουν διαστρέψει το νόημα της χριστιανικής πίστης», το οποίο, γι’ αυτούς, είναι τι άλλο; Μια «θρησκεία αγγέλων», που δεν θα ασχολείται με φτωχούς, πεινασμένους, καταπιεσμένους, και άλλα τέτοια… «γήινα»!

Οι αντιλήψεις αυτές, δημιουργούν θρησκευόμενους αδιάφορους, βολεμένους μέσα στην «πνευματική» τους γυάλα και μακριά από τα προβλήματα των ανθρώπων, ουσιαστικά άχρηστους για τον πλησίον τους, αλλά και για την ανθρωπότητα ολόκληρη.

Ο Ιησούς Χριστός θέτει ως κριτήρια δικαίωσης, τα εξής: “κάποιοι πείνασαν και τους δώσατε να φάνε, κάποιοι δίψασαν και τους δώσατε να πιουν, κάποιοι ήταν ξένοι και τους φιλοξενήσατε, κάποιοι ήταν γυμνοί και τους ντύσατε, κάποιοι ήταν στην φυλακή και τους επισκεφτήκατε” (Ματθ. 25:31-40).

Το να αγνοεί κάποιος εσκεμμένα τα πραγματικά και ζωτικά προβλήματα των συνανθρώπων του, για χάρη μιας ατομικιστικής «πνευματικής» νιρβάνα, δεν εμπεριέχει κάποιου είδους «πίστη» ή «εμπιστοσύνη» στο Θεό. Είναι απλώς ένα είδος στρουθοκαμηλισμού και αδιαφορίας. Η «αγάπη στον πλησίον», απαιτεί ουσιαστική δράση μέσα στην κοινωνία, και όχι πνευματική «πρέζα» μέσα σε τέσσερις τοίχους.

Εξάλλου, είναι εύκολο να κάνεις υπερπνευματικά κηρύγματα: ειδικά όταν είσαι χορτάτος και οι τσέπες σου, είναι γεμάτες! Όταν είσαι χορτάτος, μπορείς να ασχολείσαι με υψηλές ουράνιες αλήθειες, και να μην σε απασχολούν τόσο πεζά πράγματα, όπως ο αγώνας ενάντια στην αδικία και την ανισότητα, ή η αλληλεγγύη προς τους καταπιεσμένους, τους φτωχούς, και τους πεινασμένους. Όταν δε, έχεις και γεμάτες τσέπες, επιβάλλεται να διδάξεις πως ο αγώνας για μια δίκαιη κοινωνία, είναι πράγμα ανήκουστο για έναν χριστιανό!

Aσυμβατότητα!

Υπάρχουν πράγματα που είναι ασύμβατα από την φύση τους. Επίσης, πολλές φορές, υπάρχουν διαστρεβλώσεις (ενίοτε εσκεμμένες), που επιχειρούν να εξαλείψουν την προαναφερόμενη ασυμβατότητα.

Η χριστιανική παράδοση έχει μια συγκεκριμένη στάση απέναντι στην συσσώρευση πλούτου.

Η παράδοση αυτή, έχει ως υπόβαθρο τα πανάρχαια κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Ο νόμος του λαού Ισραήλ είχε σαφείς διατάξεις ενάντια στην ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής: «Η γη δεν πρέπει να πωλείται οριστικά…» (Λευ. 25:23), ενώ θέσπιζε θεσμούς όπως τα Ιωβηλαία έτη για τον ίδιο λόγο.

Επίσης, οι προφήτες διακήρυτταν με θάρρος λόγους που με σημερινούς όρους, θα μπορούσαμε άνετα να τους χαρακτηρίσουμε αντικαπιταλιστικούς: “Αλίμονο σε εκείνους που προσθέτουν στο σπίτι τους κι άλλο σπίτι κι ενώνουνε χωράφι με χωράφι, έτσι που πια να μην υπάρχει τόπος για άλλους κι αυτοί να μείνουνε οι μοναδικοί της χώρας κάτοικοι!” (Ησ. 5:8).

Αργότερα, ο Ιησούς Χριστός κράτησε ξεκάθαρη στάση απέναντι στον πλούτο και το χρήμα: “Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους· γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στο Θεό και στο χρήμα.” (Ματθ. 6:24). “Είναι ευκολώτερον να περάση μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά πλούσιος να μπη εις την βασιλείαν του Θεού.” (Ματθ. 19:24, ΚΔΤΚ)

Η πρωτοχριστιανική κοινότητα που ιδρύθηκε από τους αποστόλους, βασίστηκε στην κοινοκτημοσύνη των πιστών, και την απόρριψη της ατομικής ιδιοκτησίας: “όλοι οι πιστοί ζούσαν σε έναν τόπο και είχαν τα πάντα κοινά· πουλούσαν ακόμα και τα κτήματα και τα υπάρχοντά τους, και μοίραζαν τα χρήματα σε όλους, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός” (Πράξ. 2:44-45). “Όλοι όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδιά και μία ψυχή. Κανείς δεν θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά.” (Πράξ. 4:32). Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει “κανείς ανάμεσά τους που να στερείται τα απαραίτητα. Γιατί όσοι είχαν χωράφια ή σπίτια τα πουλούσαν, κι έφερναν το αντίτιμο αυτών που πουλούσαν, και το έθεταν στη διάθεση των αποστόλων. Απ’ αυτό δινόταν στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες του.” (Πραξ. 4:34-35).

Επίσης, ηγετικές προσωπικότητες αυτής την κοινότητας, όπως ο Ιάκωβος, είχαν ξεκάθαρη στάση απέναντι στον πλούτο: “Ακούστε με τώρα εσείς οι πλούσιοι. Κλάψτε με γοερές κραυγές για τα βάσανά σας, που όπου να ‘ναι έρχονται. Ο πλούτος σας σάπισε, και τα ρούχα σας τα ‘φαγε ο σκόρος· το χρυσάφι σας και το ασήμι κατασκούριασαν, και η σκουριά τους θα είναι μαρτυρική κατάθεση εναντίον σας και θα καταφάει τις σάρκες σας σαν τη φωτιά. Κι ενώ πλησιάζει η κρίση, εσείς μαζεύετε θησαυρούς. Ακούτε! Κραυγάζει ο μισθός των εργατών που θέρισαν τα χωράφια σας κι εσείς τους τον στερήσατε· και οι κραυγές των θεριστών έφτασαν ως τα αυτιά του παντοδύναμου Κυρίου. Ζήσατε πάνω στη γη με απολαύσεις και σπατάλες. Παχύνατε σαν τα ζώα, που τα πάνε για σφάξιμο. Καταδικάσατε και φονεύσατε τον αθώο· δε σας προέβαλε αντίσταση καμία.” (Ιακ. 5:1-6).

Στους επόμενους αιώνες, οι πατέρες της εκκλησίας, κράτησαν την αντιπλουτοκρατική παράδοση της εκκλησίας ζώσα. Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, κήρυττε πως «είναι ολέθριο το πάθος της πλουτομανίας και δεν είναι με κανένα τρόπο δυνατό να πλουτίζει κανείς χωρίς ν’ αδικεί.» (PG 62:561-2)

Παρ’ όλη αυτήν την ριζοσπαστική παράδοση της χριστιανικής πίστης, το σύστημα της εκμετάλλευσης, έχουν πλασάρει στους λαούς, αντί για την παραδοσιακή ανατρεπτική χριστιανική αντίληψη, ένα μοιρολατρικό «όπιο», κατασκεύασμα των επιδιώξεών του, που διδάσκει την σιωπή μπροστά στην αδικία, την υποταγή μπροστά στην εκμετάλλευση, που υποθάλπει τον συναγελασμό των διοικούντων της εκκλησίας με τους εκμεταλλευτές πλουτοκράτες, την αποδοχή των πλουσίων ως ευσεβών ανθρώπων που ενίοτε κάνουν και «φιλανθρωπίες»!

Κι όμως, η ριζοσπαστική παράδοση της χριστιανικής πίστης, ούτε καν αυτές, τις «φιλανθρωπίες» δεν αποδέχεται από τους εκμεταλλευτές: «Ἀλλὰ κι ἂν ἀκόμη προσφέρεις ἐλεημοσύνη, ὡς προϊὸν ἀπάνθρωπης ἐκμετάλλευσης δὲν θὰ εἶναι καρπὸς τῶν συμφορῶν τῶν ἄλλων, γεμάτη δάκρυα καὶ στεναγμούς; Ἂν γνώριζε ὁ φτωχὸς ἀπὸ ποῦ προσφέρεις τὴν ἐλεημοσύνη, δὲν θὰ τὴ δεχόταν, γιατὶ θὰ αἰσθανόταν σὰ νὰ ἔμελλε νὰ γευτεῖ σάρκες ἀδελφικὲς καὶ αἷμα συγγενῶν του. Θὰ σοῦ πετοῦσε δὲ κατάμουτρα τοῦτα τὰ λόγια τὰ γεμάτα θάρρος καὶ φρονιμάδα: Μὴ μὲ θρέψεις, ἄνθρωπε, ἀπὸ τὰ δάκρυα τῶν ἀδελφῶν μου. Μὴ δώσεις στὸ φτωχὸ ψωμὶ βγαλμένο ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς τῶν ἄλλων φτωχῶν. Μοίρασε στοὺς συνανθρώπους σου ὅσα μὲ ἀδικίες μάζεψες καὶ τότε θὰ παραδεχτῶ τὴν εὐεργεσία σου. Ποιὸ τὸ ὄφελος, ἂν δημιουργεῖς πολλοὺς φτωχοὺς (μὲ τὴν ἐκμετάλλευση) κι ἀνακουφίζεις ἕνα (μὲ τὴν ἐλεημοσύνη); Ἂν δὲν ὑπῆρχε τὸ πλῆθος τῶν τοκογλύφων (τῶν ἐκμεταλλευτῶν γενικά), δὲν θὰ ὑπῆρχε οὔτε ἡ στρατιὰ τῶν πεινασμένων. Ἂς διαλυθοῦν τὰ ὀργανωμένα οἰκονομικὰ συμφέροντα καὶ ὅλοι θ’ ἀποκτήσουμε τὴν οἰκονομική μας αὐτάρκεια.» (Γρηγόριος Νύσσης, Κατά Τοκιζόντων)

Λοιπόν, για να ξεκαθαρίσουμε: καπιταλισμός, πλούτος, επιδίωξη της μεγιστοποίησης του κέρδους, κ.λπ., είναι πράγματα ασύμβατα με την χριστιανική πίστη και παράδοση, όσο κι αν κάποιοι θέλουν να διαστρεβλώσουν αυτό το γεγονός ή να προτείνουν εναλλακτικές με ορθάνοιχτα τα παράθυρα προς την συσσώρευση πλούτου, και εν τέλει την εκμετάλλευση ανθρώπων.

Το «ευαγγέλιο της ευημερίας»

Το λεγόμενο «Ευαγγέλιο της Ευημερίας» (ή αλλιώς «ευαγγέλιο του πλουτισμού και της υγείας»), είναι μια διδασκαλία που έχει επικρατήσει σε κάποιους σύγχρονους προτεσταντικούς κύκλους. Σύμφωνα με αυτό, η οικονομική και γενικά η υλική ευημερία, καθώς και η σωματική υγεία, είναι το θέλημα του Θεού για τους πιστούς του! Δηλαδή, στην ουσία διδάσκει πως όποιος πιστεύει πραγματικά στο Θεό, θα λαμβάνει ως ανταλλάγματα: χρήμα, αυτοκίνητα, ακίνητα, χωράφια, καλή επαγγελματική σταδιοδρομία, υγεία κλπ. Αυτό σημαίνει πως τα αντίθετα, δηλαδή η φτώχεια, η πείνα, η ανεργία κλπ, δικαιολογούνται καθώς είναι σημάδια απιστίας!

Στην πραγματικότητα αυτές οι αρρωστημένες αντιλήψεις, δεν έχουν καμία σχέση με αυτά που πρεσβεύει πραγματικά η χριστιανική πίστη. Ο Ιησούς είπε πως «είναι ευκολώτερον να περάση μια καμήλα από την τρύπα μιας βελόνας παρά πλούσιος να μπη εις την βασιλείαν του Θεού.” (Ματθ. 19:24, ΚΔΤΚ). Όμως ο καπιταλισμός, είχε ανάγκη να δημιουργήσει ένα «όπιο», κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του, το οποίο ουσιαστικά θα εξυμνούσε την «δημιουργικότητα» και την «επιχειρηματικότητα» των κεφαλαιοκρατών, θα απενοχοποιούσε τον πλούτο και γενικά την επιδίωξη του πλουτισμού, και θα μετέτρεπε την πνευματικότητα των ανθρώπων σε «monopoly». Έτσι λοιπόν, δημιούργησε μια ειδωλολατρική πίστη σύμφωνα με την οποία, οι πιστοί εξυπακούεται πως πρέπει να κατέχουν πλούτο και να είναι υγιείς.

Τι θα απογίνουν όσοι παραμένουν φτωχοί όμως; Η «Ευημερία» έχει προβλέψει και γι’ αυτό. Οι εύποροι πιστοί, θα προσφέρουν φιλανθρωπία από τον πλούτο που τους έχει «χαρίσει ο Θεός», προς όσους έχουν ανάγκη! Το «Ευαγγέλιο της Ευημερίας», δεν επιδιώκει σε καμία περίπτωση ισότητα των ανθρώπων. Το αντίθετο. Για το «Ευαγγέλιο της Ευημερίας» οι πιστοί πρέπει να είναι πλούσιοι και οι άπιστοι, φτωχοί! Καλλιεργεί την γνώριμη στον καπιταλισμό, ατομικιστική αντίληψη. Ο πιστός, δεν πρέπει να αγωνιστεί για το δίκαιο του καταπιεσμένου. Απλώς μπορεί να ταΐσει τον φτωχό (οπότε και να τον διατηρήσει εξαρτημένο).

Αυτό είναι το «Ευαγγέλιο της Ευημερίας». Ένα «ευαγγέλιο» της ελεύθερης αγοράς που θεωρεί «ευλογία» την συσσώρευση κεφαλαίου.

«Δεν ξέρω τι νοιώθετε για το ευαγγέλιο της ευημερίας -το ευαγγέλιο της υγείας, του πλούτου και της ευημερίας, αλλά θα σας πω τι νοιώθω εγώ γι’ αυτό: μίσος!»
Τζον Πάιπερ, χριστιανός ιεροκήρυκας.