Αρχεία Ιστολογίου

Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967

Προτείνουμε…

ΜΑΚΗ ΜΑΪΛΗ
Το αστικό πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα από το 1950 έως το 1967
Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 2014, σελ: 360
ISBN: 978-960-451-175-4

Το βιβλίο του Μάκη Μαΐλη, αποτελεί μια ενδιαφέρουσα ιστορική μελέτη για το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας, από το τέλος του εμφυλίου μέχρι την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών το 1967. Ταυτόχρονα, εξετάζει αυτοκριτικά την στάση και την στρατηγική του κομμουνιστικού κινήματος κατά την εξεταζόμενη περίοδο.

Ένα αρκετά σημαντικό ιστορικό έργο για όποιον θέλει να μελετήσει αυτήν την περίοδο, που μπορεί να προσφέρει μια σειρά από συμπεράσματα, χρήσιμα για το σήμερα.

Από τον πρόλογο του βιβλίου:

Ο βασικός σκοπός της (σ.σ.: έκδοσης αυτής) είναι να υπηρετήσει την εργατική πολιτική συνειδητοποίηση, την αποτελεσματικότητα της σημερινής ιδεολογικής-πολιτικής ταξικής πάλης. Με θεωρητικό και μεθοδολογικό εργαλείο ανάλυσης των ιστορικών γεγονότων τη διαλεκτική υλιστική αντίληψή τους, αυτή η μελέτη οδηγεί σε συσχετισμούς των γεγονότων της περιόδου 1950-1967 με τα σημερινά γεγονότα.

Ποια είναι τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στο παρελθόν και στην τρέχουσα πολιτική κατάσταση; Είναι η κινητικότητα για τη διαμόρφωση νέων αστικών κομμάτων, οι μετακινήσεις αστών πολιτικών μεταξύ παλιών και νέων κομματικών σχηματισμών, η ρευστότητα στις μετακινήσεις τους αλλά και στη συγκρότηση των νέων πολιτικών σχημάτων που εμφανίζονται ως αντίπαλα μεταξύ τους. Είναι οι σχέσεις της ελληνικής αστικής τάξης, των εκάστοτε πιο ισχυρών τμημάτων της, με τους ξένους συμμάχους της, σχέσεις συμμαχίας καπιταλιστικών συμφερόντων ενάντια στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, που όμως διατρέχονται από την ανισομετρία της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ισχύος.

Ο Φιντέλ Κάστρο για τους πρώτους χριστιανούς και τους σύγχρονους κομμουνιστές

«Πιστεύω ότι θα μπορούσε να γίνει μια σύγκριση ανάμεσα στις διώξεις που υπέστησαν οι θρησκευτικές ιδέες, που επιπλέον, στο βάθος, ήταν πολιτικές ιδέες των δούλων και των καταπιεσμένων στη Ρώμη, και ανάμεσα στο συστηματικό και άγριο τρόπο που διώχτηκαν στη σύγχρονη εποχή οι φορείς των πολιτικών ιδεών των εργατών και των αγροτών, που προσωποποιούν οι κομμουνιστές. Αν υπήρξε μια λέξη που οι αντιδραστικοί μίσησαν περισσότερο από τη λέξη κομμουνιστής, ήταν σε άλλη εποχή ο χριστιανός.

Έβλεπα πάντα μεγάλη ομοιότητα ανάμεσα στις διώξεις των σύγχρονων επαναστατών και εκείνες των πρώτων χριστιανών, δεν έβρισκα καμία διαφορά ανάμεσα στη συμπεριφορά των καταπιεστών σ’ εκείνη τη φάση της ιστορίας και τη σημερινή, είναι μόνο διαφορετικές στιγμές ανάπτυξης της ανθρώπινης κοινωνίας. Το ένα έγινε στη δουλοκτητική κοινωνία και το άλλο στην καπιταλιστική. Δεν μπορούσα πραγματικά να βρω καμία αντίθεση ανάμεσα στα κηρύγματα που απλώθηκαν τόσο δυναμικά εκείνη την εποχή, και τα κηρύγματά μας σήμερα. Έτσι, αισθάνομαι μεγάλη συμπάθεια για τις ιδέες αυτές, για τα κηρύγματα εκείνα, θαυμασμό για τη στάση, για την ιστορία των χριστιανών εκείνων, και βρίσκω ομοιότητα με τη στάση των κομμουνιστών σήμερα. Την έβλεπα, τη βλέπω και θα συνεχίσω να τη βλέπω.»

Φιντέλ Κάστρο, “Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο”, εκδόσεις Γνώσεις, 1987, σελ. 352-353.

Ένα τραγούδι για τον Όσκαρ Ρομέρο

“Η Εκκλησία δεν μπορεί να απουσιάζει από την πάλη για την απελευθέρωση. Αλλά η παρουσία της σε αυτή την πάλη για την ανόρθωση του ανθρώπου, και την απόδοση της αξιοπρέπειάς του πρέπει να μεταδίδει ένα μήνυμα και να είναι αληθινά αυθεντική παρουσία, παρουσία που θα έχει μέσα της το σπόρο της νίκης και θα οδηγεί στην επιτυχία.”

Ο Όσκαρ Ρομέρο ήταν Αρχιεπίσκοπος του Ελ Σαλβαδόρ από το 1977. Ως υποστηρικτής της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, ήταν ταγμένος στο πλευρό των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Δολοφονήθηκε στις 24 Μαρτίου 1980 την ώρα της Θείας Λειτουργίας από τα ακροδεξιά τάγματα θανάτου.

Παραθέτουμε ένα όμορφο τραγούδι για τον Όσκαρ Ρομέρο, που βρήκαμε στο ιστολόγιο Η Θεολογία Μεσοπέλαγα:

Οι Ευαγγελικοί του ΕΑΜ

Το πάρκο του Συνοικισμού Ευαγγελικών Κατερίνης, πριν το πόλεμο.

Η μαζική συμμετοχή του Ορθόδοξου λαϊκού κλήρου στην εθνική αντίσταση στο πλευρό του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, είναι λίγο πολύ γνωστή. Σύμφωνα με το Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ: «στο εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα συμμετείχε και αγωνίστηκε και ο ελληνικός ορθόδοξος κλήρος. Ιδιαίτερα η συμμετοχή του κατώτερου κλήρου υπήρξε σχεδόν καθολική.»¹ Από την άλλη, μια σχετικά άγνωστη σελίδα στην ιστορία της αντίστασης, είναι οι περιπτώσεις των Ευαγγελικών² (Διαμαρτυρόμενων) χριστιανών, που συμμετείχαν στο ΕΑΜ.

Παραθέτουμε ένα σχετικό απόσπασμα από άρθρο για τα 90 χρόνια παρουσίας της προσφυγικής³ Ευαγγελικής Κοινότητας Κατερίνης, του φιλόλογου Πάρι Παπαγεωργίου, όπως δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Αστήρ της Ανατολής» (τεύχος Ιανουαρίου 2014). Οι υπογραμμίσεις και οι υποσημειώσεις είναι δικές μας:

Οι πρόσφυγες του Συνοικισμού μόλις είχαν αρχίσει να συνέρχονται από την εμπειρία της μικρασιατικής καταστροφής, όταν τον Οκτώβριο του 1940 ξέσπασε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Κατά τα χρόνια της γερμανικής κατοχής που επακολούθησαν, δοκιμάστηκαν για μια φορά ακόμη με φτώχεια, πείνα, τρόμο και ανασφάλεια και οι δοκιμασίες αυτές υπήρξαν για πολλούς μοιραίες και ανυπέρβλητες. Στο συνοικισμό σύμφωνα με μαρτυρία παλαιοτέρων δεν υπήρχαν γερμανόφιλοι. Αντιθέτως, καθώς ο Συνοικισμός βρισκόταν στο δυτικό άκρο της πόλης που οδηγούσε προς τα Πιέρια, εδώ κρύβονταν Άγγλοι και μέσω του Συνοικισμού γινόταν η επικοινωνία με τους αντάρτες, γεγονός για το οποίο είχε προγραφεί ο Συνοικισμός από τους Γερμανούς για να καταστραφεί.

Κάποιοι κάτοικοι του Συνοικισμού επέδειξαν αντιστασιακή δράση είτε εντασσόμενοι στο ΕΑΜ, όπως ο Σάββας Κανταρτζής, ο οποίος υπήρξε δραστήριο μέλος της Κεντρικής Επιτροπής του Αγροτικού Κόμματος της Ελλάδος4, που κατευθύνονταν από το ΕΑΜ και υπεύθυνος «Τύπου και Διαφώτισης» Μακεδονίας-Θράκης, ή στελεχώνοντας τις τάξεις του ΕΛΑΣ. Ο όγδοος τόμος των Απομνημονευμάτων του Κανταρτζή είναι αφιερωμένος στην εξιστόρηση της δύσκολης αυτής περιόδου. Ανάμεσα στα διάφορα τραγικά συμβάντα της κατοχής, που αφορούν συγκεκριμένα ανθρώπους του Συνοικισμού Ευαγγελικών, αναφέρουμε τη σύλληψη και εκτέλεση του πρώην δημάρχου Αιμιλίου Ξανθόπουλου από τους Γερμανούς κατακτητές στις 23 Φεβρουαρίου του 1943 μαζί με άλλους τριάντα επτά πολίτες στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Κατερίνης ως αντίποινα για την ανατίναξη από τους αντάρτες του ΕΛΑΣ του μεταλλείου χρωμίου του Άη-Δημήτρη.

Οι Γερμανοί βλέποντας τη δράση του ΕΛΑΣ να επεκτείνεται σχεδίαζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στον Όλυμπο και τα Πιέρια, ενώ σκόπευαν να εξαρθρώσουν την οργάνωση του ΕΑΜ μέσα στην Κατερίνη, που την θεωρούσαν κέντρο για στρατολόγηση ανταρτών. Στο πλαίσιο αυτό ο Κανταρτζής αναφέρει και το περιστατικό της σύλληψής του στις αρχές του Μαΐου του 1943 μαζί με 104 άλλους υπόπτους ή συγγενείς υπόπτων από την Κατερίνη, που οδηγήθηκαν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη. Ανάμεσα στους συλληφθέντες αναφέρονται πάρα πολλοί που προέρχονταν από τον Συνοικισμό Ευαγγελικών, και μάλιστα ο ίδιος ο ποιμένας αιδ. Σταύρος Λαζαρίδης και ο προεστώς Χαράλαμπος Σιδηρόπουλος. Ενώ αρχικά είχε αποφασισθεί οι κρατούμενοι από την Κατερίνη να εκτελεσθούν σε αντίποινα για εκτελέσεις Γερμανών στρατιωτικών, τελικά μετά από ανακρίσεις αφέθηκαν ελεύθεροι στις αρχές Ιουλίου του ίδιου έτους. […] Τον επόμενο Νοέμβριο σε ακόμη μια εκτέλεση είκοσι δύο πολιτών στο αεροδρόμιο της Ανδρομάχης έξω από την Κατερίνη, μόνο από τον Συνοικισμό Ευαγγελικών συμπεριλήφθηκαν τέσσερις: ο Πολύδωρας Σιδηρόπουλος, ο Νίκος Θεοδωρίδης, ο Θεόδωρος Καμπουρίδης και ο Χαράλαμπος Παντ. Σιδηρόπουλος.

[…] Υπήρξαν όμως και μέλη της Ευαγγελικής Κοινότητας που (σ.σ. μεταπολεμικά) εξορίστηκαν εξαιτίας της συνεργασίας τους επί κατοχής με το ΕΑΜ και άλλοι που εκτελέστηκαν ή φυλακίστηκαν και εξορίστηκαν ως πολιτικοί κρατούμενοι για πολλά χρόνια εξαιτίας της δράσης τους υπέρ του «Δημοκρατικού Στρατού». Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο καπετάν Σιδέρης.

1. Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ (1918-1949), Σύγχρονη Εποχή, σελ. 433.
2. Οι Έλληνες Ευαγγελικοί, είναι μια μικρή κοινότητα διαμαρτυρόμενων χριστιανών που, στην Ελλάδα, έχει παρουσία από το 1858 και αριθμεί μερικές χιλιάδες πιστούς.
3. Η Ελληνική Ευαγγελική κοινότητα είχε σημαντική παρουσία στην Μικρά Ασία. Το 1922, μετά την Μικρασιατική καταστροφή και την εκδίωξη των Ελληνικών πληθυσμών, οι Ευαγγελικοί πρόσφυγες είτε εντάχθηκαν στις ήδη υπάρχουσες Ευαγγελικές εκκλησίες της Ελλάδας, είτε δημιούργησαν καινούριες στους τόπους όπου εγκαταστάθηκαν. Η μεγαλύτερη από τις εκκλησίες που δημιουργήθηκαν ήταν στην Κατερίνη, όπου ιδρύθηκε ο προσφυγικός «Συνοικισμός Ευαγγελικών».
4. Από το ίδιο άρθρο του Πάρι Παπαγεωργίου: «Ο Σάββας Κανταρτζής, γεννημένος το 1900 στα Κοτύωρα του Πόντου, είχε ενταχθεί από το 1929 στο Αγροτικό Κόμμα Ελλάδος (Α.Κ.Ε.), και υπήρξε υποψήφιος βουλευτής του κόμματος αυτού κατά τις εκλογές του 1932.»

Η θρησκευτική κατάσταση στην Κούβα: μια σύντομη ανασκόπηση

To 1961, στην ιμπεριαλιστική επιχείριση των ΗΠΑ ενάντια στην σοσιαλιστική Κούβα που έμεινε γνωστή ως «εισβολή στον κόλπο των χοίρων» υπήρξαν χριστιανοί, «ιεραπόστολοι» και εκκλησίες που έτειναν χείρα βοηθείας στην CIA και τους αντεπαναστάτες. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον έλεγχο της λαϊκής εξουσίας της Κούβας σε καθολικά ιδρύματα, ιεραποστολές και κάποιες εκκλησίες. Την επόμενη χρονιά ο Πάπας Ιωάννης ο ΚΓ΄ έφτασε στο σημείο να αφορίσει τον Φιντέλ Κάστρο.

Από την άλλη, ο Κάστρο το 1985 συναντήθηκε με τον Βραζιλιάνο καθολικό μοναχό Φράι Μπέττο ανταλλάσσοντας ενδιαφέρουσες απόψεις. Οι συνομιλίες τους κυκλοφόρησαν στο πολύ ενδιαφέρον βιβλίο «Fidel y la Religión», από το οποίο κατά καιρούς αναδημοσιεύουμε αποσπάσματα (1, 2, 3).

Από το 1992, στην Κούβα, οι θρησκευόμενοι και οι χριστιανοί μπορούν να γίνουν μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος, ενώ το κράτος περιγράφεται ως «κοσμικό» και όχι ως «αθεϊστικό».

Το 1994, η Σύνοδος των καθολικών επισκόπων της Κούβας επέκρινε το εμπάργκο των ΗΠΑ, υποστηρίζοντας πως το σύνολο του πληθυσμού αντιμετωπίζει δυσκολίες εξαιτίας του. Τον Ιανουάριο του 1998 ο Πάπας Ιωάννης Παύλος ο Β΄πραγματοποίησε ιστορική επίσκεψη στην Κούβα, ύστερα από πρόσκληση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας και της εκκλησίας της Κούβας. Ήταν η πρώτη φορά που εν ενεργεία Πάπας επισκέφτηκε την Κούβα. Την ίδια χρονιά, τα Χριστούγεννα αποκαταστάθηκαν ως επίσημη εορτή και δημόσια αργία.

Το 2004 ο Φιντέλ Κάστρο, υποδέχτηκε τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο στην Κούβα. Μάλιστα, η λαϊκή εξουσία της Κούβας έχτισε έναν Ορθόδοξο ναό στην καρδιά της παλιάς Αβάνας και τον δώρισε στην ελληνορθόδοξη χριστιανική κοινότητα. Το 2008, άνοιξε η πρώτη Ρωσική Ορθόδοξη εκκλησία στην Κούβα και στα θυρανοίξια παραβρέθηκε ο Ραούλ Κάστρο.

Το 2009, σε μια προφορική αυτοβιογραφία του που κυκλοφόρησε σε βιβλίο, ο Φιντέλ Κάστρο είπε: «Αν οι άνθρωποι με αποκαλούν χριστιανό, όχι από άποψη θρησκείας, αλλά από τη σκοπιά του κοινωνικού οράματος, διακηρύττω ότι είμαι χριστιανός. Με βάση τις πεποιθήσεις μου και τους στόχους που επιδιώκω.»

Σύμφωνα με το άρθρο 42 του Συντάγματος της Κούβας: «Οι διακρίσεις λόγω φυλής, χρώματος του δέρματος, φύλου, εθνικής καταγωγής, θρησκευτικών πεποιθήσεων, καθώς και όποια άλλη προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια απαγορεύονται και τιμωρούνται από το νόμο*

*. «Το Σύνταγμα και το Πολιτικό Σύστημα της Δημοκρατίας της Κούβας». Σύγχρονη Εποχή. 2004. σελ. 67.

Χριστιανοί ιεραπόστολοι στην Κίνα υπέρ του Κομμουνισμού: η περίπτωση του Τζέιμς Γκάρεθ Έντικοτ

Μαρτυρίες για χριστιανική παρουσία στην Κίνα, υπάρχουν ήδη από τον 8ο αιώνα. Τον 16ο αιώνα, ξεκίνησε η δραστηριότητα των Ιησουιτών μοναχών. Κατά τη δυναστεία των Τσινγκ, η επαφή με τους δυτικούς έφερε νέα κύματα χριστιανών ιεραποστόλων στην Κίνα. Το 1715 πρωτοήρθαν Ρώσοι Ορθόδοξοι, και το 1807 Διαμαρτυρόμενοι ιεραπόστολοι, έστω κι αν οι Τσινγκ εναντιώθηκαν στις μεταστροφές των Κινέζων στο χριστιανισμό.

Ένα ενδιαφέρον και σχετικά άγνωστο κεφάλαιο στην ιστορία της ιεραποστολής στην Κίνα, έχει να κάνει με μια μερίδα χριστιανών ιεραποστόλων που τάχθηκε υπέρ του κομμουνισμού. Ο σημαντικότερος από αυτούς, ήταν ο Τζέιμς Γκάρεθ Έντικοτ (James Gareth Endicott), ο οποίος στήριξε ενεργά τον αγώνα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας, τις δεκαετίες του ’30 και του ’40.

Ο Έντικοτ (1898–1993) ήταν ένας Καναδός κληρικός και ιεραπόστολος. Γεννήθηκε στην επαρχία του Σετσουάν σε μια οικογένεια Μεθοδιστών ιεραποστόλων. Η οικογένειά του επέστρεψε στον Καναδά το 1910. Αργότερα, χειροτονήθηκε λειτουργός της Ενωμένης Εκκλησίας του Καναδά, και το 1925 επέστρεψε στην Κίνα ως ιεραπόστολος.

Το 1944-45 ήταν σύνδεσμος μεταξύ του αμερικανικού στρατού και των κομμουνιστών, που πολεμούσαν από κοινού τους Ιάπωνες. Τελικά, ο Έντικοτ άρχισε να συμφωνεί με τις ιδέες του κομμουνισμού, έγινε φίλος με τον Τσου Εν-Λάι και υποστήριξε το Κομμουνιστικό Κόμμα. Η δραστηριότητά του, προκάλεσε τις επικρίσεις της Ενωμένης Εκκλησίας του Καναδά, και τελικά, το 1946, οδηγήθηκε στην παραίτηση από τη διακονία και την ιεραποστολή, καθώς δεν ενέδωσε στο τελεσίγραφο να πάρει πίσω διάφορες δηλώσεις του υπέρ του Κομμουνισμού και ενάντια στους Κινέζους εθνικιστές.

Το 1947 ο Έντικοτ επέστρεψε στον Καναδά και έλαβε θέση σχετικά με τον Κινέζικο Εμφύλιο που εξελισσόταν, τασσόμενος ξεκάθαρα υπέρ των Κομμουνιστών και εκθέτοντας την διαφθορά και την καταπίεση των αντιπάλων τους. Τελικά, στιγματίστηκε από τα μέσα ενημέρωσης τα οποία κατηγόρησαν τις θέσεις του ως «προδοτικές», ενώ και η Ενωμένη Εκκλησία τον επέκρινε για την υποστήριξή του στην Κινέζικη Επανάσταση και στο Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας.

Το ότι, το 1952 επέστρεψε στην Κίνα, κατά τη διάρκεια του πολέμου της Κορέας, και κατηγόρησε τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη χρήση χημικών και βιολογικών όπλων, δεν του συγχωρέθηκε! Ο τύπος στον Καναδά τον ονόμασε «νούμερο ένα δημόσιο εχθρό» ενώ η Ενωμένη Εκκλησία τον καταδίκασε για την υποστήριξή του στο Μάο Τσε Τουνγκ και τους κομμουνιστές¹. Μάλιστα, η κυβέρνηση του Καναδά, εξέτασε το ενδεχόμενο να τον οδηγήσει σε δίκη με την κατηγορία της προδοσίας².

Την ίδια χρονιά, ο Έντικοτ έλαβε το Διεθνές Βραβείο Στάλιν για την ενίσχυση της Ειρήνης μεταξύ των λαών (αργότερα Διεθνές Βραβείο Ειρήνης Λένιν), για τις προσπάθειές του υπέρ της ειρηνικής συνύπαρξης μεταξύ χριστιανών και κομμουνιστών¹. Το 1960 διατέλεσε πρόεδρος του Παγκόσμιου Συμβουλίου Ειρήνης.

Το 1982, η Ενωμένη Εκκλησία ζήτησε συγνώμη και επισήμως από τον Έντικοτ, για το γεγονός ότι τον είχε καταγγείλει 3 δεκαετίες νωρίτερα, αναγνωρίζοντας ότι αυτό του προκάλεσε «πολύ προσωπικό πόνο και άγχος»³.

Πριν από το τέλος της ζωής του, η εκκλησία, η πόλη του Τορόντο και το Πανεπιστήμιο Γιορκ, τον αναγνώρισαν ως μια προφητική φωνή που επεδίωξε την ειρηνική συνύπαρξη μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών συστημάτων².

Ο Έντικοτ σε μια συνέντευξη, λίγο πριν το θάνατό του το 1993, δήλωσε πως το Κομμουνιστικό Μανιφέστο των Μαρξ-Ένγκελς, «είναι πιο αληθινό από ποτέ»4.

1. Donn Downey, «James Gareth Endicott Chinese-born missionary was peace activist», Globe and Mail, 29/11/1993
2. Department of Canadian Heritage through the Canadian Culture Online Strategy
3. «Vilified in 1950s, Endicott receives church’s apology», Globe and Mail, 13/8/1982
4. Lisa Wright, Toronto Star, 7/8/1993

Ο Στάλιν και ο «αντίχριστος» σοσιαλισμός

Όπως έγινε γνωστό από τον ιστορικό και μπλόγκερ Μιχαήλ Μπάμπκιν, οι εκδόσεις του πιο σημαντικού μοναστηριού της Ρωσίας, της Λαύρας της Αγίας Τριάδας στην έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας, εξέδωσαν ένα ημερολόγιο για το 2014, αφιερωμένο στον Ιωσήφ Στάλιν! Οι αντιδράσεις που υπήρξαν στους κύκλους της επίσημης Ρωσικής Εκκλησίας, ήταν φυσιολογικές. Μην ξεχνάμε πως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει φτάσει στο σημείο να αγιοποιήσει τον τελευταίο Τσάρο της Ρωσίας, Νικόλαο Β’.

Η επίσημη ιεραρχία της Ρωσικής Εκκλησίας, λοιπόν, θεώρησε «ηθικώς απαράδεκτη» την έκδοση αυτού του ημερολογίου από εκκλησιαστικές εγκαταστάσεις, επικαλούμενη ως επιχείρημα τους λεγόμενους «σταλινικούς διωγμούς» εναντίον της Εκκλησίας, και τελικά ο υπεύθυνος της έκδοσης απολύθηκε. Όμως το ημερολόγιο είχε ήδη κυκλοφορήσει!

Είναι αλήθεια πως στην πρώιμη περίοδο του Στάλιν στην ΕΣΣΔ, υπήρξαν διώξεις σε εκκλησιαστικούς παράγοντες. Αυτοί όμως που θέλουν να στιγματίσουν τον Σοβιετικό σοσιαλισμό ως ντε φάκτο «αιμοδιψή» και «αντίχριστο», ξεχνούν ότι οι διώξεις αυτές έγιναν για πολιτικούς -και όχι θρησκευτικούς- λόγους (έστω κι αν υπήρξαν υπερβολές ή αστοχίες), καθώς η συντριπτική πλειοψηφία του κλήρου και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είχε ταχθεί υπέρ της αντεπανάστασης, ξεχνούν ότι ο ίδιος ο Λένιν έλεγε πως ακόμα και οι παπάδες μπορούσαν να γίνουν μέλη του επαναστατικού κόμματος*, ξεχνούν ότι υπήρξε μια σημαντική μερίδα της εκκλησίας που τάχθηκε υπέρ της επανάστασης και συγκρότησε τη λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», ξεχνούν ότι τελικά η αποκατάσταση των σχέσεων της Σοβιετικής εξουσίας και της επίσημης Εκκλησίας έλαβε χώρα, με πρωτοβουλία του ίδιου του Στάλιν, το 1943 και πως το Πατριαρχείο της Μόσχας που ήταν καταργημένο από τον καιρό του Μεγάλου Πέτρου επαναλειτουργεί ουσιαστικά από τότε.

*. Λένιν Άπαντα. τόμος 17. εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. σελ. 423-434.

Διαβάστε ακόμα: Η θρησκεία στην ΕΣΣΔ

Ντάσιελ Χάμετ: ο διωγμένος γενάρχης της αμερικανικής αστυνομικής λογοτεχνίας

Ένας από τους σημαντικότερους αστυνομικούς συγγραφείς, ο οποίος πολλές φορές αποκαλείται «γενάρχης της αμερικάνικης αστυνομικής λογοτεχνίας»* ήταν ο Ντάσιελ Χάμετ. Για τον Χάμετ ο, επίσης κλασσικός, Ρος Μακντόναλντ είχε πει: «Όλοι εμείς βγήκαμε από τη «Μαύρη Μάσκα» του Ντάσιελ Χάμετ».

Ο Χάμετ, διώχθηκε, φυλακίστηκε και μπήκε στη «μαύρη λίστα» των κομμένων συγγραφέων και σεναριογράφων από το «φιλελεύθερο» καπιταλιστικό κράτος των ΗΠΑ. Γιατί; Μα, επειδή ήταν κομμουνιστής!

Ακολουθεί ένα σύντομο βιογραφικό του Ντάσιελ Χάμετ, από το Ριζοσπάστη (26.9.2010):

Ο Ντάσιελ Χάμετ είναι ο γενάρχης της αμερικάνικης αστυνομικής λογοτεχνίας. Γεννήθηκε στις 27 του Μάη 1894 στο Μέριλαντ των ΗΠΑ και πέθανε στη Νέα Υόρκη το 1961. Σε ηλικία 14 ετών ο Χάμετ αφήνει το γυμνάσιο και κάνει διάφορες δουλειές. Στα 21 του, προσ­λαμβάνεται ως ντετέκτιβ στο μεγαλύτερο γραφείο της χώρας.

Μέλος του ΚΚ ΗΠΑ από το 1937 με πλούσια πολιτική δράση. Το 1946 εκλέγεται πρόεδρος της Επιτρο­πής Πολιτικών Δικαιωμάτων Νέας Υόρκης. Ανάμεσα στις υποθέσεις που αναλαμβάνει η Επιτροπή, είναι η αποφυλάκιση μ’ εγγύηση των διωκόμενων αγωνιστών (μια απ’ τις υποθέσεις ήταν η αποφυλάκιση μ’ εγγύηση δε­καέξι στελεχών της Ομοσπονδίας Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων, της περίφημης ΟΕΝΟ, που κρατούνταν το Νοέμβρη του 1949 στο νησί Ελις έξω απ’ τη Ν. Υόρκη).

Την εποχή του γερουσιαστή ΜακΚάρθι ο Χάμετ καταδικάζεται σε έξι μήνες φυλακή. Οταν αποφυλακίζεται είναι βαριά άρρωστος. Από το 1956 ζει αποτραβηγμένος ως το 1961 που άφησε την τελευταία του πνοή.

Ο «Κόκκινος θερισμός» εκδόθηκε σε βιβλίο το Φλεβάρη του 1929. Το έργο αυτό αποτελεί βαθιά τομή στο ως τότε αστυνομικό μυθιστόρημα, για το ρεαλισμό του, για την προσήλωση του συγγραφέα στην αλήθεια της «πιάτσας» και στην κατάρριψη των μύθων του κλασικού αστυνομικού μυθιστορήματος.

Η βασική συνεισφορά του Χάμετ είναι ότι τοποθετεί τη δράση, τα φονικά που τα κάνει να φαίνονται ταυτόχρονα κοινός παραλογισμός, μέσα στην κοινωνία. Βλέπει το φόνο σαν συστατικό μέρος της δηλητηριασμένης, της αθεράπευτα «φαρμακωμένης» καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αλλα έργα του είναι η «Μαύρη Μάσκα», το «Γεράκι της Μάλτας», η «Κόκκινη σφαγή», η «Κατάρα των Νταίην», «Το Γυάλινο κλειδί», ο «Αδύνατος άνθρωπος».

π. Ανυπόμονος:«δεν δικαιούνται μόνο οι «εθνικόφρονες» να είναι χριστιανοί!»

Ο Άρης με τον παπα-Ανυπόμονο

Σὲ κάποια στιγμή, ἐνῶ εἴχαμε τακτοποιηθεῖ ὡραῖα, οἱ σκοπιὲς ἦταν στὶς θέσεις τους καὶ οἱ ὑπόλοιποι ἤμασταν ξαπλωμένοι, μοῦ λέει ὁ Ἄρης:

«Παπούλη, τὶ μέρα εἶναι αὔριο;».

«Τρίτη…», τοῦ ἀπαντῶ.

«Πόσες ἔχει ὁ μήνας;».

«Αὔριο, δέκα ὀκτώ…».

«Δὲν γιορτάζω;».

«Δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε…».

«Δὲν μὲ λένε Θανάση;».

«Θανάση σᾶς λένε, ἀλλὰ δὲν ξέρω ἂν γιορτάζετε αὔριο…».

«Μὲ λένε Θανάση καὶ γιορτάζω αὔριο. Εἶναι τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου…Θὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία αὔριο, πρωὶ-πρωί…».

Καὶ ἀπευθυνόμενος πρὸς ὅλους τοὺς μαυροσκούφηδες, συνέχισε:

«Λοιπὸν συναγωνιστές, θὰ πᾶτε ὅλοι στὴν ἐκκλησία μὲ προσοχή. Θ’ ἀνάψετε ὅλοι κεριά. Θὰ προσκυνήσετε τὶς εἰκόνες. Θὰ σταθεῖτε προσοχὴ καὶ δὲν θέλω νὰ διαπιστώσω καμμίαν ἀταξία, γιατὶ θὰ τὴν τιμωρήσω αὐστηρά. Θὰ δεῖτε τὶ θὰ κάνω ἐγὼ κι ὁ πάτερ Ἀνυπόμονος καὶ τὸ ἴδιο θὰ κάνετε κι ἐσεῖς. Θὰ πᾶμε νὰ πάρουμε κι ἀντίδωρο, θὰ φιλήσουμε καὶ τὸ χέρι τοῦ παπᾶ…».

Τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωὶ πήγαμε στὴν ἐκκλησία, ὅπου ἐτελεῖτο ἡ Θεία Λειτουργία· μπροστὰ ὁ Ἄρης, μετὰ ἐγὼ καὶ ἀκολουθώντας ὅλοι οἱ μαυροσκούφηδες στὴ σειρά. Ἀνάψαμε τὸ κεράκι μας καὶ ἀσπασθήκαμε τὶς ἱερὲς εἰκόνες πρὸς μέγαλη ἔκπληξη τῶν χωρικῶν καὶ τοῦ παπα-Λάμπρου Τσέτσου, ἐφημερίου τοῦ χωριοῦ. Τοὺς ἔκαμε φοβερὴ ἐντύπωση ποὺ εἶδαν ν’ ἀνάβουν κερὶ οἱ ἀντάρτες καὶ ν’ ἀσπάζονται τὶς ἱερὲς εἰκόνες. Καὶ μάλιστα ὁ Ἄρης! Γι’ αὐτοὺς ὁ Ἄρης ἦταν ὁ σφαγέας, ὁ ἄθεος ποὺ καίει τὶς εἰκόνες, ποὺ σπάει τοὺς Σταυρούς, ποὺ κάμει χίλιες δυὸ ἱεροσυλίες!

«Οἱ ἀντάρτες τοῦ ΕΛΑΣ βεβηλώνουν ἐκκλησίες, καῖνε καὶ καταστρέφουν εἰκόνες…».

Ἔτσι τοὺς ἔλεγαν κι ἀκόμη ἔτσι τοὺς λένε. Και, δυστυχῶς, δὲν εἶναι λίγοι αὐτοὶ ποὺ τὰ πιστεύουν καὶ τὰ διακηρύσσουν κιόλας αὐτά, γενικεύοντας αὐθαιρέτως περιπτώσεις ποὺ συνέβησαν μερικὰ χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὸν ἐμφύλιο πόλεμο, καὶ χρεώνοντάς τις στὴν Ἐθνικὴ ἀντίσταση 1941-44. Σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν ἄποψη, ποὺ ἀπὸ πολιτικὲς σκοπιμότητες προκύπτει καὶ αὐτὲς ἐξυπηρετεῖ, μόνον ὅσοι ἔχουν τὸ ἐξαιρετικὸ προνόμιο νὰ θεωροῦνται «ἐθνικόφρονες», μόνον ἐκεῖνοι δικαιοῦνται νὰ εἶναι χριστιανοί!

ἀρχιμ. Γερμανὸς Δημᾶκος – Πάτερ Ἀνυπόμονος, Στὸ βουνό, μὲ τὸν Σταυρό, κοντὰ στὸν Ἄρη

Από το Αδράχτι. Το πρωτοείδα στη Θεολογία Μεσοπέλαγα.

Διαβάστε ακόμα:  Άρης Βελουχιώτης: «Η συμβολή του κλήρου, που στάθηκε στο πλευρό μας, υπήρξε ανεκτίμητη.»

Η θρησκεία στην ΕΣΣΔ

Αναμνηστικό Σοβιετικό νόμισμα του 1988, ονομαστικής αξίας 25 ρουβλίων. Απεικονίζεται ο Βλαδίμηρος του Κιέβου να κρατάει σταυρό. Κόπηκε για τα 1000 χρόνια απ’ τον «Εκχριστιανισμό των Ρως».

Υπάρχει εδραιωμένη η αντίληψη (ειδικά μέσα σε εκκλησιαστικούς χώρους), πως η Σοβιετική Ένωση έκανε διωγμούς και κυνήγησε αδιάκριτα την θρησκεία και την εκκλησία. Το θέμα αυτό, είναι αγαπημένο σε όσους θρησκευόμενους επιδιώκουν να καλλιεργήσουν αντικομμουνιστικές αντιλήψεις και να δημιουργήσουν αντιδραστικά αντανακλαστικά ανάμεσα στους πιστούς και τους θρησκευόμενους. Επειδή, λοιπόν, πολλά λέγονται, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά σχετικά με την αντιμετώπιση της θρησκείας και των εκκλησιών στην Σοβιετική Ένωση.

Η επικρατούσα θρησκεία στην Σοβιετική Ένωση, ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, για πολλούς αιώνες ήταν ταυτισμένη με το απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς. Δίδασκε την υποταγή σε αυτό και κατέπνιγε ιδεολογικά (και όχι μόνο) κάθε σκέψη για δικαιοσύνη και απαλλαγή από την εξουσία των εκμεταλλευτικών τάξεων. Ο Βρετανός ιστορικός Orlando Figes, υποστηρίζει ότι η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία, «αποτελούσε ένα σημαντικότατο προπαγανδιστικό όργανο και ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου» υπέρ του τσαρικού καθεστώτος, ενώ οι κληρικοί της «τροφοδοτούσαν με πληροφορίες την αστυνομία για ανατρεπτικά στοιχεία ανάμεσα στο ποίμνιό τους, ακόμα κι αν έλαβαν αυτές τις πληροφορίες μέσα από τη διαδικασία της εξομολόγησης.»¹

Η αντιδραστική στάση της Εκκλησίας, συνεχίστηκε και αφότου ο λαός πήρε στα χέρια του την εξουσία. Η Εκκλησία αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Σοβιετική εξουσία, αναπολώντας τις ημέρες του τσαρικού καθεστώτος.

Είναι γεγονός, ότι η Σοβιετική Ένωση πραγματοποίησε, από νωρίς, τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, παρέχοντας όμως το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων στους πολίτες. Αυτό στο οποίο εναντιώθηκε ήταν η θρησκευτική προπαγάνδα. Απ’ την άλλη, οι διώξεις που υπήρξαν ενάντια σε μέλη και κληρικούς της Εκκλησίας, είχαν να κάνουν, κατά κύριο λόγο, με την αντεπαναστατική δράση τους και όχι με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Όπως, είπαμε, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν εξαρχής εχθρική προς την εξουσία του λαού.

Βέβαια, πρέπει να ειπωθεί, πως το 1922 ένα σημαντικό τμήμα πιστών και ιερέων, συγκρότησε την λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», η οποία υποστήριξε την Σοβιετική Ένωση και συμμάχησε με τους κομμουνιστές. Ενώ, με πρωτοβουλία του Ιωσήφ Στάλιν, το 1943, υπήρξε συμφιλίωση της επίσημης Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Σοβιετική εξουσία.

Η αλήθεια είναι πως, στην Σοβιετική Ένωση, εκτός από ελάχιστα χρονικά διαστήματα και λίγες περιπτώσεις, η Εκκλησία απολάμβανε μια σχετική θρησκευτική ελευθερία. Σίγουρα, η Σοβιετική εξουσία δεν υποστήριζε την θρησκευτική πίστη, όμως από την άλλη δεν συνέβαιναν όλα αυτά τα σημεία και τέρατα που ακούγονται από διάφορους.

Ο Αναστάσης Γκίκας, παραθέτει μερικές σημαντικές μαρτυρίες, οι οποίες παρουσιάζουν το τι πράγματι συνέβαινε στην Σοβιετική Ένωση.

Μία από αυτές, είναι του Πόντιου, κομμουνιστή και χριστιανού, Γιάννη Αθανασιάδη: «Εγώ είμαι κομμουνιστής. Και όμως εγώ πήγα στην εκκλησία και είχα βαφτίσει μάλιστα και δώδεκα παιδιά. Το ξέρανε και στο Κόμμα.

—Πως τα βαφτίσατε αφού, όπως λέγεται, ήταν διωκόμενη η θρησκεία;

—Οι γονείς μου ήταν θρήσκοι και εγώ το ίδιο. Και ήμουν και μέλος του Κόμματος. Δεν απαγορευότανε από το Κόμμα. Αυτό είναι λάθος. Κοιτάξτε, εθελοντικά όποιος ήθελε πήγαινε στην εκκλησία. Δεν διωκότανε επίσημα. Προσπαθούσανε να περάσουνε τον αθεϊσμό μέσα από τα πανεπιστήμια κλπ., αλλά με το ζόρι, βίαια ποτέ. Λέγανε: δεν κάνει να πάτε. Αλλά με το ζόρι ποτέ. Ο ίδιος μάλιστα βάφτισα μέσα στην Μόσχα, σε μια εκκλησία, το παιδί ενός άλλου Έλληνα, επίσης μέλους του Κόμματος. Ήταν οι πρωτοβάθμιες, οι τοπικές οργανώσεις που πρωτοστατούσαν κατά της Εκκλησίας. Από την κεντρική εξουσία δεν είχαν τέτοια εντολή. Από υπερβάλλοντα ζήλο έγιναν όσα έγιναν.»²

Όπως αναφέρει ο Αναστάσης Γκίκας³: «Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η αποσύνδεση της Εκκλησίας από το Κράτος είχε ευεργετικά αποτελέσματα και για την ίδια τη θρησκεία. Παίρνοντας συνέντευξη από ένα κληρικό (ο οποίος υπηρετούσε ως βοηθός του Αρχιεπισκόπου του Λένινγκραντ), ο Βρετανός ερευνητής W. Mandel έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις. Στην ερώτηση για το τι επάγγελμα ασκούσαν οι γονείς του, ο κληρικός απάντησε: «Ήταν αγρότες. Και είναι καλύτερα για κάποιον σαν και μένα στην εκκλησία αυτές τις μέρες.» «Τι εννοείς;» συνέχισε ο ερευνητής. «Στο παρελθόν οι κληρικοί προέρχονταν σχεδόν πάντα από τις τάξεις των πλουσίων. Σήμερα κάποιος σαν και μένα μπορεί να γίνει ιερέας.» Αμέσως μετά του ζητήθηκε να σχολιάσει το χαμηλό ποσοστό των πιστών στη Σοβιετική Ένωση (περίπου 10% επί του συνόλου του πληθυσμού στις αρχές της δεκαετίας του 1960). Εκείνος απάντησε με ειλικρίνεια: «Στο παρελθόν το να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία ήταν αυτό που επιβαλλόταν για τον καθένα να κάνει… Είμαστε ωστόσο ικανοποιημένοι. Πιστεύουμε πως οι εκκλησιαζόμενοι που έχουμε σήμερα είναι ειλικρινά θρήσκοι.»4

1. Orlando Figes, A Peoples Tragedy: The Russian Revolution, 1891-1924, Pilmico, Λονδίνο, 1997, σελ. 63.
2. Αναστάσης Ι. Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 130-131.
3. Ο.π. σελ. 131-132.
4. W. Mandel, A New Look at Russia: The Land, the People and how they Live, Evans Brothers Ltd, Λονδίνο, 1965, σελ. 83. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική —και διαμετρικά αντίθετη προς την κυριαρχούσα άποψη— είναι επίσης η διάλεξη του αιδεσιμότατου Δρ. Hewlett Johnson, Επιτρόπου του Canterbury, το 1945, με θέμα «Ο Χριστιανισμός στην ΕΣΣΔ». Βλέπε. Rev. Dr. Hewlett Johnson, Christianity in the USSR (χ.ε.), 1945