Αρχεία Ιστολογίου

Λιάνα Κανέλλη: «ή Χριστός ή Μαρξ (;)»

Η Λιάνα Κανέλλη, στην εκπομπή της «Μπήκαν Στην Πόλη Οι Οχτροί», στον Real FM (2/5/2014), έδωσε μια εξαιρετική απάντηση στο δίλημμα που τίθεται από διάφορους: «ή Χριστός ή Μαρξ»

Advertisements

Θεολογία της Απελευθέρωσης: Πράξη. Όχι μόνο θεωρία!

Ο πρωτοπόρος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Περουβιανός ιερέας, Γκουστάβο Γκουτίερες, τονίζει ότι τα συμπεράσματα στα οποία έχουν οδηγηθεί πολλοί μέσω της Απελευθέρωσης, πρέπει να τεθούν σε πράξη και όχι απλώς να μένουν στα λόγια. Στο βιβλίο του «Θεολογία της απελευθέρωσης»*, που είναι κοινώς αποδεκτό ως η καλύτερη συμπύκνωση αυτού του θεολογικού ρεύματος, αναφέρει:

«Η θεολογία της απελευθέρωσης, που επιδιώκει να ξεκινήσει από τη στράτευση για την κατάργηση της παρούσας κατάστασης αδικίας και για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, οφείλει να αποδεικνύει αυτά που ισχυρίζεται, θέτοντας σε πρακτική εφαρμογή τη στράτευσή της και συμμετέχοντας ενεργά και αποτελεσματικά στον αγώνα που έχουν αρχίσει τα θύματα της εκμετάλλευσης ενάντια στους εκμεταλλευτές τους. Η απελευθέρωση από κάθε είδους εκμετάλλευσης, η δυνατότητα μιας πιο ανθρώπινης και αξιοπρεπούς ζωής, η δημιουργία μιας νέας ανθρωπότητας περνούν αναγκαστικά μέσα από τον αγώνα.

Αλλά εντέλει δεν θα έχουμε δημιουργήσει μια γνήσια θεολογία της απελευθέρωσης παρά μόνο όταν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι μπορέσουν να αρθρώσουν ελεύθερα τον δικό τους λόγο και να εκφραστούν άμεσα και δημιουργικά στην κοινωνία και στους κόλπους του λαού του Θεού. Όταν οι ίδιοι «αντιληφθούν την ελπίδα» της οποίας είναι φορείς. Όταν εκείνοι διαχειριστούν τη δική τους απελευθέρωση. […] Αν ο θεολογικός στοχασμός δεν αναζωογονήσει τη δράση της χριστιανικής κοινότητας στον κόσμο, αν δεν κάνει πιο σαφή και ριζοσπαστική τη στράτευση της αγάπης, αν, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική, δεν οδηγήσει την Εκκλησία στο να τοποθετηθεί απολύτως και ανεπιφύλακτα στο πλευρό των καταπιεζόμενων λαών και κοινωνικών τάξεων, αν δεν συμβούν όλα αυτά, τότε ο θεολογικός στοχασμός θα έχει πολύ μικρή χρησιμότητα. Ακόμα χειρότερα, δεν θα είναι χρήσιμος παρά μόνο για να δικαιολογήσει συμβιβασμούς και καταστάσεις υποτέλειας, σε μια προσπάθεια εξορθολογισμού της σταδιακής απομάκρυνσης της Εκκλησίας από το Ευαγγέλιο.«

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης, αναδεικνύει όλα τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά της χριστιανικής πίστης. Από κει και πέρα, το ζήτημα είναι οι θρησκευόμενοι να ενεργήσουν με βάση τα συμπεράσματα που τους εφοδιάζει η Απελευθέρωση και όχι απλώς να αναλώνονται σε διαπιστώσεις. Το ζήτημα είναι να αγωνιστούν στο πλευρό το λαϊκού κινήματος που παλεύει για την ανατροπή της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και την οικοδόμηση μιας κοινωνίας ισότητας και δικαιοσύνης χωρίς εκμετάλλευση και ιδιοποίηση-αρπαγή των καρπών του μόχθου του λαού.

Όπως ανέφερε και ο Καρλ Μαρξ στην ενδέκατη θέση του για τον Φόιερμπαχ: «Οι φιλόσοφοι έχουν απλά ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους. Το θέμα είναι να τον αλλάξουμε.»

*. Γκουστάβο Γκουτιέρες, “Θεολογία της απελευθέρωσης”, Άρτος Ζωής, Αθήνα 2012, σελ. 493-494.

Μεσαιωνικά “αποβράσματα” και θρησκευτική πίστη

Από αυτό το ιστολόγιο, επιδιώκουμε, μεταξύ άλλων, να επισημαίνουμε τα κακώς κείμενα της εκκλησίας και των χριστιανών. Την θρησκεία που στέκεται εμπόδιο στην κοινωνική απελευθέρωση και χρησιμεύει ως εργαλείο των καταπιεστών, την έχουμε απέναντί μας. Κι αυτήν και την ιδεολογία που κουβαλά πάνω της. Από την άλλη όμως, έχουμε προσπαθήσει να αναδείξουμε τα ριζοσπαστικά στοιχεία αυτής της ταλαιπωρημένης χριστιανικής πίστης και τις περιπτώσεις που αντί για όπιο του λαού μετατράπηκε σε κομμάτι της πρωτοπορίας του.

Σίγουρα η προσπάθειά μας, έχει ελλείψεις και αδυναμίες, όμως επιδιώκουμε να είναι τίμια. Δεν είμαστε όψιμοι διαμεσολαβητές μιας επερχόμενης «αριστερής κυβέρνησης» και των ιεραρχών της εκκλησίας. Εξάλλου στη διαχείριση του καπιταλισμού που πρεσβεύει αυτή η κυβέρνηση, είμαστε αντίθετοι. Εμείς θέλουμε την ανατροπή του συστήματος της εκμετάλλευσης και όχι τον εξωραϊσμό του.

Επειδή, όμως, οι θρησκευόμενοι αντιμετωπίζονται συχνά-πυκνά, από μερικούς… συντρόφους, ως μεσαιωνικά «αποβράσματα» και η πίστη τους ως «κατάλοιπο» που πρέπει να εκλείψει συνολικά, οφείλουμε να δώσουμε δύο απαντήσεις. Ή μάλλον, να αφήσουμε κάποιους άλλους να τις δώσουν για εμάς.

1. Θεωρείται πως η επιστήμη είναι ενάντια στη πίστη.

Ο φυσικός και αστροφυσικός, κ. Γιώργος Γραμματικάκης, σε συνέντευξή του στο Έθνος, ανέφερε μεταξύ άλλων: «Για έναν αστροφυσικό ή έναν βιολόγο ο Θεός υπάρχει τόσο κοντά ή τόσο μακριά όσο και για έναν απλό πολίτη. Η επιστήμη δεν θα αποδείξει ποτέ την ύπαρξη του Θεού. Ούτε, βέβαια -παρά τα όσα λέγονται και γράφονται- την ανυπαρξία του. Η πραγματική πίστη έχει μια υπερβατική διάσταση. Εναπόκειται λοιπόν στον κάθε άνθρωπο, στις εμπειρίες ή στον ψυχισμό του, να τη δεχθεί ή να την απορρίψει.»

Ο κ. Γραμματικάκης κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με μια σειρά από σημαντικούς επιστήμονες και νομπελίστες. O Μαξ Μπορν, που το 1954 μοιράστηκε το Βραβείο Νόμπελ στη Φυσική για την εργασία του στη κβαντική μηχανή, έλεγε χαρακτηριστικά: «Εκείνοι που λένε πως η μελέτη της επιστήμης κάνει κάποιον άθεο πρέπει να είναι μάλλον ανόητοι.». O επίσης νομπελίστας χημικός Ντέρεκ Μπάρτον υποστήριζε ότι «δεν υπάρχει καμία ασυμφωνία μεταξύ της επιστήμης και της θρησκείας.». Επίσης, κλασική είναι και η ρήση του Άλμπερτ Αϊνστάιν: «Απλώς ανιχνεύω τις γραμμές που πηγάζουν από το Θεό.».

2. Θεωρείται, από κάποιους, πως η πίστη πρέπει να καταπολεμηθεί, καθώς είναι ενάντια στην κοινωνική απελευθέρωση και την αντικαπιταλιστική προοπτική.

Εθνικό Πανεπιστήμιο Μπογκοτά, Κολομβία. Αριστερά, ο Καμίλο Τόρες, κολομβιανός ιερέας που επιδίωξε τη συνεργασία χριστιανών και κομμουνιστών, και δολοφονήθηκε το 1966 από τον στρατό της Κολομβίας ενώ είχε ενταχθεί στο αντάρτικο του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού (ELN). Δεξιά, ο Τσε.

Από την άλλη, ο Φιντέλ Κάστρο λέει: «Από μια αυστηρά πολιτική θέση —και νομίζω πως κάτι ξέρω από πολιτική— πιστεύω ότι μπορεί κανείς να είναι μαρξιστής χωρίς να σταματήσει να είναι χριστιανός και να δουλεύει μαζί με έναν μαρξιστή κομμουνιστή για να μεταβάλει τον κόσμο. Το σημαντικό είναι και στις δυο περιπτώσεις να πρόκειται για ειλικρινείς επαναστάτες, πρόθυμους να εξαλείψουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και να αγωνιστούν για τη δίκαιη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, την ισότητα, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπινων όντων. Να είναι, δηλαδή, φορείς της πιο προωθημένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνείδησης, αν και στην περίπτωση των χριστιανών η αφετηρία είναι η θρησκευτική αντίληψη.»

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος να πιστεύει ή όχι. Όπως είναι απαράδεκτο το να γίνονται διακρίσεις με βάση την εθνικότητα και το χρώμα κάποιου, το ίδιο απαράδεκτο είναι να γίνονται διακρίσεις οποιουδήποτε τύπου με βάση το τι ή το αν πιστεύει κάποιος.

Ο Φιντέλ Κάστρο για το αν η θρησκεία είναι το «όπιο του λαού».

Φράι Μπέττο: Στο κομμουνιστικό κίνημα υπήρξαν κάποιοι άνθρωποι που χρησιμοποίησαν μια φράση του Μαρξ, η οποία βρίσκεται στο κείμενο «Για την Κριτική της Χεγκελιανής Φιλοσοφίας του Δικαίου», που λέει ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Η φράση αυτή έγινε ολοκληρωτικό, απόλυτο, μεταφυσικό δόγμα, έξω από κάθε διαλεκτική.

Τον Οκτώβριο του 1980, για πρώτη φορά στην ιστορία, ένα επαναστατικό κόμμα που βρίσκεται στην εξουσία, το Σαντινιστικό Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης, εξέδωσε ένα ντοκουμέντο πάνω στη θρησκεία, όπου γίνεται κριτική σ’ αυτό, αν το πάρει κανείς σαν απόλυτη αρχή. Λέει, λέξη προς λέξη: «Μερικοί έχουν βεβαιώσει ότι η θρησκεία αποτελεί ένα μηχανισμό αλλοτρίωσης των ανθρώπων, που χρησιμεύει στη δικαιολόγηση της εκμετάλλευσης μιας τάξης από μια άλλη. Η πιστοποίηση αυτή έχει χωρίς αμφιβολία ιστορική αξία, στο βαθμό που σε διάφορες ιστορικές εποχές η θρησκεία χρησίμευσε σαν θεωρητικό στήριγμα της πολιτικής κυριαρχίας. Αξίζει να θυμίσουμε το ρόλο που έπαιξαν οι ιεραπόστολοι στη διαδικασία της κυριαρχίας και της αποικιοκρατίας σε βάρος των ιθαγενών στη χώρα μας. Χωρίς αμφιβολία, εμείς οι Σαντινίστας βεβαιώνουμε, ότι η δική μας πείρα δείχνει, πως όταν οι χριστιανοί, στηριγμένοι στην πίστη τους, μπορέσουν να απαντήσουν στις ανάγκες του λαού και της ιστορίας, οι ίδιες τους οι πεποιθήσεις τούς ωθούν στη συμμετοχή στην Επανάσταση. Η πείρα μας δείχνει, ότι μπορεί κανείς να είναι πιστός και ταυτόχρονα συνεπής επαναστάτης και ότι δεν υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στα δυο».

Κομαντάντε, σας ρωτάω, εσείς πιστεύετε ότι η θρησκεία είναι το όπιο των λαών;

Φιντέλ Κάστρο: Σου εξήγησα αρκετή ώρα χτες, κάτω από ποιες ιστορικές συνθήκες γεννήθηκαν ο σοσιαλισμός, το σοσιαλιστικό κίνημα και οι ιδέες του επαναστατικού σοσιαλισμού, του μαρξισμού-λενινισμού. Πως σ’ εκείνη την ταξική κοινωνία άγριας και απάνθρωπης εκμετάλλευσης αιώνες ολόκληρους, χρησιμοποιήθηκε η Εκκλησία και η θρησκεία σαν όργανο κυριαρχίας, εκμετάλλευσης, καταπίεσης, πώς γεννήθηκαν οι τάσεις και η σκληρή, δικαιολογημένη κριτική απέναντι στην Εκκλησία και μάλιστα στην ίδια τη θρησκεία. Έλα στη θέση ενός επαναστάτη που συνειδητοποιεί τον κόσμο αυτό και θέλει να τον αλλάξει. Φαντάσου, από την άλλη μεριά, τους θεσμούς, τους γαιοκτήμονες, τους ευγενείς, τους αστούς, τους πλούσιους, τους μεγαλέμπορους, την ίδια την Εκκλησία, όλους πρακτικά σε αγαστή συμφωνία για να εμποδίσουν τις κοινωνικές αλλαγές. Ήταν πολύ λογικό, από τη στιγμή μάλιστα που η θρησκεία χρησιμοποιήθηκε σαν όργανο κυριαρχίας, να έχουν οι επαναστάτες αντικληρική θέση και μάλιστα αντιθρησκευτική. Μπορώ θαυμάσια να καταλάβω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε αυτή η φράση.

Όταν όμως ο Μαρξ δημιούργησε τη Διεθνή των εργατών, απ’ ό,τι ξέρω μέσα σ’ αυτήν υπήρχαν πολλοί χριστιανοί. Απ’ ό,τι γνωρίζω, στην Παρισινή Κομμούνα, ανάμεσα σ’ αυτούς που πάλεψαν και σκοτώθηκαν, υπήρχαν πολλοί χριστιανοί. Και δεν υπάρχει ούτε μια φράση του Μαρξ που να αποκλείει αυτούς τους χριστιανούς από τη γραμμή ή την ιστορική αποστολή να κάνουν την κοινωνική επανάσταση. Αν προχωρήσουμε λίγο παραπέρα, και θυμηθούμε όλες τις συζητήσεις που έγιναν γύρω από το πρόγραμμα του Μπολσεβίκικου Κόμματος που ίδρυσε ο Λένιν, δεν θα βρεις ούτε μια λέξη που να αποκλείει τους χριστιανούς από το Κόμμα. Μπαίνει το ζήτημα της αποδοχής του Προγράμματος του Κόμματος σαν προϋπόθεση για να γίνει κανείς μέλος.

Αυτό σημαίνει ότι πρόκειται για μια φράση, ή για ένα σύνθημα, ή για μια τοποθέτηση, που έχει ιστορική αξία και είναι απόλυτα σωστή στη συγκεκριμένη στιγμή. Στη σημερινή κατάσταση, μπορεί να υπάρξουν συνθήκες που να είναι έκφραση κάποιας πραγματικότητας. Σε οποιαδήποτε χώρα, όπου η καθολική ιεραρχία ή η ιεραρχία οποιασδήποτε άλλης Εκκλησίας, είναι στενά δεμένη με τον ιμπεριαλισμό, τη νεοαποικιοκρατία, την εκμετάλλευση των λαών και των ανθρώπων, την καταπίεση, δεν θα πρέπει κανείς να παραξενευτεί, αν στη χώρα αυτή επαναλάβει κάποιος ότι η θρησκεία είναι το όπιο του λαού. Το ίδιο καλά καταλαβαίνει κανείς τους Νικαραγουανούς, που λόγω της πείρας τους και της θέσης των Νικαραγουανών ιερωμένων, κατέληξαν στο συμπέρασμα, και κατά τη γνώμη μου έχουν κι αυτοί πολύ δίκιο, ότι με αφετηρία την πίστη τους οι πιστοί μπορούσαν να πάρουν επαναστατικές θέσεις κι ότι δεν είναι απαραίτητο να υπάρχει αντίθεση ανάμεσα στην ιδιότητα του πιστού και την ιδιότητα του επαναστάτη. Ωστόσο, απ’ ό,τι καταλαβαίνω, σε καμία περίπτωση βέβαια, η φράση αυτή δεν μπορεί να έχει το χαρακτήρα δόγματος ή απόλυτης αλήθειας. Είναι αλήθεια που πρέπει να προσαρμόζεται στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Πιστεύω ότι είναι απόλυτα διαλεκτικό, απόλυτα μαρξιστικό να βγάλουμε αυτό το συμπέρασμα.

Κατά τη γνώμη μου, η θρησκεία μ’ αυτή την έννοια, από πολιτική άποψη, δεν είναι ούτε όπιο ούτε πανάκεια. Μπορεί να είναι όπιο ή πανάκεια, στο βαθμό που χρησιμοποιείται και εφαρμόζεται για να υπερασπίσει τους καταπιεστές και εκμεταλλευτές ή τους καταπιεσμένους, τα θύματα εκμετάλλευσης· εξαρτάται από τον τρόπο που θίγονται τα πολιτικά, κοινωνικά ή υλικά προβλήματα του ανθρώπινου όντος, που ανεξάρτητα από θεολογία και θρησκευτικές πεποιθήσεις γεννιέται και πρέπει να ζήσει σ’ αυτό τον κόσμο.

Από μια αυστηρά πολιτική θέση —και νομίζω πως κάτι ξέρω από πολιτική— πιστεύω ότι μπορεί κανείς να είναι μαρξιστής χωρίς να σταματήσει να είναι χριστιανός και να δουλεύει μαζί με έναν μαρξιστή κομμουνιστή για να μεταβάλει τον κόσμο. Το σημαντικό είναι και στις δυο περιπτώσεις να πρόκειται για ειλικρινείς επαναστάτες, πρόθυμους να εξαλείψουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και να αγωνιστούν για τη δίκαιη κατανομή του κοινωνικού πλούτου, την ισότητα, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπινων όντων. Να είναι, δηλαδή, φορείς της πιο προωθημένης πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής συνείδησης, αν και στην περίπτωση των χριστιανών η αφετηρία είναι η θρησκευτική αντίληψη.

Το παραπάνω κείμενο, είναι απόσπασμα από τις συνομιλίες του Φιντέλ Κάστρο με τον βραζιλιάνο καθολικό μοναχό και υποστηρικτή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Φράι Μπέττο, που έγιναν το 1985, όπως περιέχονται στο βιβλίο “Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο” (εκδόσεις Γνώσεις, 1987).

Η Θεολογία της Απελευθέρωσης στη ζωή της Βίβλου

Παραθέτουμε ένα κείμενο του Gil Dawes, Αμερικανού πάστορα μιας ενορίας η οποία άνηκε στην Ενιαία Μεθοδιστική Εκκλησία (United Methodist Church). Ο Dawes ήταν σαφώς επηρεασμένος απ’ τη Θεολογία της Απελευθέρωσης. Στο κείμενο αυτό, διηγείται την, πολύ ενδιαφέρουσα και γεμάτη διδάγματα, ιστορία της τοπικής εκκλησίας του στην Αϊόβα των ΗΠΑ. Το κείμενο είναι από το βιβλίο «Αριστερά και Θρησκεία – Η Θεολογία της Απελευθέρωσης», που κυκλοφόρησε το 1984 απ’ τη «Μηνιαία Επιθεώρηση».

Επί δεκατρία χρόνια, μια τοπική Ενιαία Μεθοδιστική ενορία στο Καμάντσε στην πολιτεία Αϊόβα, συμπαραστάθηκε ενεργά σε διάφορους τοπικούς, εθνικούς και διεθνείς αγώνες απελευθέρωσης.
  • Ξανά και ξανά η ενορία κατήγγειλε και διαδήλωσε ενάντια στον πόλεμο στο Βιετνάμ.
  • Μέλη της ενορίας οργάνωσαν τοπικές πικετοφορίες σε συμπαράσταση των Γηγενών Αμερικάνων στο Γούντεντ Νη.
  • Ο πάστορας, μαζί με άλλα μέλη της ενορίας, πήγε στο Ουισκόνσιν για να συμπαρασταθεί σε μια ομάδα της φυλής Μενομινή που είχε καταλάβει ένα συγκρότημα κελιών δοκίμων Ρωμαιοκαθολικών μοναχών.
  • Μέλη της ενορίας οργάνωσαν πικετοφορίες στα πολυκαταστήματα της περιοχής για το μποϋκοτάρισμα ορισμένων προϊόντων (Farah slacks).
  • Η ενορία συγκέντρωσε και απέστειλε σημαντική οικονομική υποστήριξη στο Πατριωτικό Μέτωπο στο Ζιμπάμπουε.
  • Το 1979 το Συνέδριο της Οργάνωσης Πολιτείας του Κομμουνιστικού Κόμματος πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Αδελφότητας της εκκλησίας.
  • Η ενορία υποστήριξε μια τοπική ανεπίσημη απεργία, και, αργότερα, μια απεργία διαρκείας, που κράτησε έναν ολόκληρο χρόνο, με πικετοφορίες, οικονομική υποστήριξη και διαφώτιση της κοινής γνώμης.
  • Σε σχέση με την παραπάνω απεργία, φιλοξένησε την Άντζελα Νταίηβις στην εκκλησία, όταν ήλθε για μια εκδήλωση συμπαράστασης στο σωματείο.
  • Ο πάστορας ξυλοκοπήθηκε από την αστυνομία, συνελήφθη με τις κατηγορίες διασάλευσης της τάξεως και αντίστασης κατά της αρχής, δικάστηκε και αθωώθηκε από τους ενόρκους, ενώ σ’ όλη τη διάρκεια αυτής της δοκιμασίας είχε την ολόψυχη συμπαράσταση της ενορίας του.

Η εκκλησία του Αγίου Μάρκου, σήμερα

Τα παραπάνω δεν αποτελούν βέβαια τον πλήρη κατάλογο των δραστηριοτήτων, αλλά είναι ενδεικτικά του εύρους και του βάθους των ενδιαφερόντων και του τρόπου ανταπόκρισης αυτής της ενορίας. Σαν αποτέλεσμα αυτών των δραστηριοτήτων το όνομά της (Σαιντ Μαρκ’ς – Αγίου Μάρκου) προφερόταν από τους φίλους της με έμφαση στο κάππα, σαν Σαιντ Μαρξ. Οι εχθροί της την αποκαλούσαν “εκείνη η εκκλησία με τα κομμούνια”.

Γενικά μια τέτοιου είδους περιγραφή είναι πραγματικά ανήκουστη για μια εκκλησία στις ΗΠΑ. Θα μπορούσε ίσως να ισχύσει για μια από τις μεγάλες, πολυμελείς και πλούσιες εκκλησίες της Δυτικής Ακτής, ή για κάποια ενορία πανεπιστημιούπολης στις μεγαλουπόλεις. Αλλά η εκκλησία για την οποία γίνεται λόγος λειτουργούσε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες. Ήταν μια ομάδα 170 ανθρώπων σε μια μικρή πόλη με 5.000 κατοίκους στην καρδιά της Ζώνης της Βίβλου. Η Ζώνη αυτή αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης βιομηχανοποιημένης περιοχής κατά μήκος του ποταμού Μισισιπή, η οποία είναι γνωστή για τις αντιδραστικές της παραδόσεις.

Η ύπαρξη αυτής της προοδευτικής Χριστιανικής κοινότητας σε ένα τέτοιο περιβάλλον δεν ήταν βέβαια ένα είδος “ανωμαλίας της φύσης” ούτε πολύ περισσότερο προϊόν της τύχης. Ήταν το αποτέλεσμα συγκεκριμένου σχεδιασμού, σκληρής δουλειάς, και μακροχρόνιας, συστηματικής προσπάθειας ενάντια σε αδίστακτους αντιπάλους.

Η περιοχή αυτή στη διάρκεια της ιστορίας δεν ήταν πάντοτε συντηρητική ή αντιδραστική. Η Αϊόβα αποτελούσε τμήμα του κινήματος για την κατάργηση της δουλείας κατά την περίοδο πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο (1861-64). Μια από τις κύριες αρτηρίες φυγάδευσης ήταν ο ποταμός Μισισιπής, και η περιοχή Κλίντον ένας από τους σταθμούς της. Η Εκκλησία των Μεθοδιστών διασπάσθηκε πάνω στο ζήτημα της δουλείας 15 χρόνια πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο, και δεν συνενώθηκε σ’ ενιαίο δόγμα παρά μόνο το 1939, σχεδόν εκατό χρόνια μετά τη διάσπαση. Η τοπική Μεθοδιστική ενορία στο Καμάντσε συναθροίστηκε για πρώτη φορά το 1839, μ’ έναν επισκέπτη πάστορα που περιέτρεχε ολόκληρη την περιοχή. Δεν έχουμε όμως καμιά ένδειξη σχετικά με τη στάση της ενορίας ως προς το ζήτημα της δουλείας.

Στις αρχές του αιώνα η περιοχή είχε χωριστεί σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα γύρω από πολλά ζητήματα, ένα από τα οποία ήταν και το ζήτημα της δουλείας. Η περίοδος Ανόρθωσης μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο είχε φέρει στο προσκήνιο την Κου-Κλουξ-Κλαν, όχι μόνο στο Νότο αλλά και στις βορεινές παραποτάμιες περιοχές. Στόχος των επιθέσεών της δεν ήταν μόνο οι λιγοστοί μαύροι κάτοικοι αλλά ένας ολόκληρος πληθυσμός Καθολικών μεταναστών και οι αυξανόμενες κινήσεις για συνδικαλιστική οργάνωση. Από τη μια πλευρά αυτής της σύγκρουσης ήταν ένα σοσιαλιστικό κίνημα που γέννησε δυο τοπικές εφημερίδες (“Ointon County Socialist” και “Merry War”) και εξέλεξε αντιπροσώπους στο δημοτικό συμβούλιο. Από την άλλη πλευρά, μαζί με την ΚΚΚ, ήταν ο Αμερικάνικος Προστατευτικός Σύνδεσμος (American Protective Association) που συγκροτήθηκε στο Κλίντον της Αϊόβα, και αργότερα εξαπλώθηκε σ’ ολόκληρη τη χώρα. Δημιούργημα ενός αντιδραστικού επιχειρηματικού τομέα, η οργάνωση αυτή κατάρτισε “μαύρες λίστες” που χρησιμοποιήθηκαν από τον Γενικό Εισαγγελέα Πάλμερ για να συλλάβει, να προφυλακίσει και, σε πολλές περιπτώσεις, να εκτοπίσει κάπου 10.000 συνδικαλιστές.

Παρόλο που η συνδικαλιστική οργάνωση ξεκίνησε γύρω στις αρχές του αιώνα και τα σωματεία διατήρησαν μια έντονη παρουσία στην περιοχή, η δύναμη του τοπικού κατεστημένου, σε συνδυασμό με τους πολιτειακούς νόμους της Αϊόβα ”περί του δικαιώματος της εργασίας”, τελικά επιβλήθηκε ώστε σήμερα η περιοχή να αποτελεί ένα από τα οχυρά του επιχειρηματικού κόσμου. Κάθε ανάμνηση του σοσιαλιστικού κινήματος έσβησε. Μετά τη Μακαρθική περίοδο μάλιστα η περιοχή αποτελούσε ένα από τα τυπικά παραδείγματα “αγνού αμερικανισμού”. Οι εκκλησίες εκεί δεν φαίνεται να έκαναν τίποτε το ξεχωριστό, πέρα από τη συνήθη ηθικοπλαστική συμμετοχή στο στάτους κβο.

Η εκκλησία στο Καμάντσε ήταν μια μικρή ενορία μιας μικρής κηπούπολης, και αποτελούνταν κυρίως από εργάτες, μερικούς επαγγελματίες και λιγοστούς διοικητικούς υπάλληλους και αγρότες. Παρέπαιε ανάμεσα σ’ έναν καθαρό θρησκευτικό συντηρητισμό και σ’ έναν συγκεχυμένο κοινωνικό φιλελευθερισμό, ανάλογα με τις απόψεις του εκάστοτε πάστορα. Σαν διορισμός δεν θεωρούνταν ιδιαίτερα ευνοϊκός. Η θέση δεν αφορούσε μόνο την ενορία του Καμάντσε, γιατί από την ίδρυσή της μέχρι το 1971 μοιράζονταν τον πάστορα με τουλάχιστον άλλη μια εκκλησία. Καθώς όμως η πόλη άρχισε να μεγαλώνει σαν “υπνοδωμάτιο” της ευρύτερης περιοχής του Κλίντον, η ηγεσία του δόγματος αποφάσισε να προβιβάσει την ενορία και να αποστείλει έναν πάστορα αποκλειστικά για το Καμάντσε, μαζί με ιεραποστολική υποστήριξη για το ξεκίνημα. Ήταν ακριβώς τότε που διορίστηκα εγώ σ’ αυτή τη θέση του πάστορα. Το γεγονός δεν θεωρήθηκε και πολύ σημαντικό για την ενορία, ούτε και κάποια ιδιαίτερη τιμή για μένα. Το Καμάντσε ήταν, κατά γενική εκτίμηση, μια πολιτιστική έρημος, και εγώ, που μόλις είχα επιστρέψει από τη Λατινική Αμερική, είχα αρχίσει να επικρίνω δημόσια την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ. Κατά κάποιο τρόπο η ιεραρχία του δόγματος ήταν της γνώμης ότι της ενορίας της άξιζε κάποιος σαν κι εμένα, και εμένα μου άξιζε μια τέτοια ενορία!

Από τη δική μου σκοπιά, η θητεία μου στο Καμάντσε ήταν ένα πείραμα για να δω αν οι Χριστιανοί σ’ ένα χαρακτηριστικά “αμερικάνικο” περιβάλλον μιας μικρής πόλης των ΗΠΑ, θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στο μήνυμα του Ευαγγελίου μέσα από την ερμηνεία της θεολογίας της απελευθέρωσης. Ένιωθα πως “αν λειτουργούσε στο Καμάντσε”, τότε θα μπορούσε να λειτουργήσει παντού. Δεν ήταν ένα ακαδημαϊκό πείραμα, αλλά κάτι που με απασχολούσε και στο οποίο είχα συμμετάσχει ενεργά επί πολλά χρόνια. Ήξερα πως οι Χριστιανοί στη Λατινική Αμερική ανταποκρίνονταν σ’ αυτό το μήνυμα, αλλά δεν ήξερα αν οι Βορειο-αμερικάνοι, εφόσον τους παρεχόταν μια ανάλογη ευκαιρία θα έκαναν το ίδιο. Ήταν στ’ αλήθεια η τοπική εκκλησία μια χαμένη υπόθεση, όπως έμοιαζαν να πιστεύουν οι περισσότεροι προοδευτικοί Χριστιανοί και μη-Χριστιανοί, ή ήταν ένα πεδίο που δεν είχε δοκιμαστεί τόσο από θεολογική όσο και από ιδεολογική άποψη; Έπρεπε να βρω την απάντηση μόνος μου. Μου ήταν αδύνατο, είτε από Χριστιανική είτε από Μαρξιστική σκοπιά, να δεχτώ να χαραμίσω τη ζωή μου σε κάτι ανούσιο, κάτι που θα ήταν άχρηστο ως προς τα δύο ετούτα οράματα.

“Χρήσιμο” δεν σήμαινε για μένα να δράσω ατομιστικά σαν τον “φτωχό και μόνο καουμπόυ”. Σήμαινε να διαμορφώσω μια κοινότητα πίστης και δράσης. Γνωρίζοντας τις θρησκευτικές ρίζες αυτής της χώρας, κι έχοντας μεγαλώσει στην Αϊόβα, ήμουνα πεισμένος πως η προσπάθεια αυτή όχι μόνο άξιζε τον κόπο, αλλά ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Μου ήταν απολύτως καθαρό πως αν δεν γινόταν κάποιου είδους θρησκευτικο-πολιτική σύνδεση, ο Συντηρητικός προτεσταντισμός (φονταμενταλισμός) είχε την εξαιρετικά επικίνδυνη δυνατότητα να μετατραπεί σε μυθολογική βάση ενός Αμερικάνικου Φασισμού. Στη Ναζιστική Γερμανία το μυθολογικό στοιχείο του φασισμού ήταν οι μύθοι των Γερμανικών φύλων, αλλά εδώ ο ρόλος αυτός ανήκει οπωσδήποτε στο Συντηρητικό Χριστιανισμό. Είχα δει αυτό τον Βορειοαμερικάνικο προτεσταντικό Συντηρητισμό να λειτουργεί σαν ανοιχτός θρησκευτικός ιμπεριαλισμός στη Λατινική Αμερική όπου χρησίμευε για τη δικαίωση και διαιώνιση της καπιταλιστικής κυριαρχίας και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ. Ήταν λοιπόν πολύ σημαντικό τουλάχιστον να σπάσει το μονοπώλιο του Συντηρητισμού πάνω στα σύμβολα και τους μύθους. Έτσι το Καμάντσε ήταν η δοκιμασία για ορισμένα πολύ κρίσιμα και μακρόπνοα ζητήματα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα στο Καμάντσε ήταν να τοποθετήσω Βίβλους στα στασίδια, έτσι ώστε οι εκκλησιαζόμενοι όχι μόνο ν’ ακούν αλλά και να βλέπουν τα κείμενα. Είπα: “Δεν θα πιστέψετε αυτά που θα ακούσετε παρά μόνο όταν τα δείτε με τα ίδια σας τα μάτια!” Όποτε διάβαζα από τις Γραφές, στο κήρυγμα της Κυριακής, φρόντιζα να εντάξω το κείμενο στο ευρύτερο του πλαίσιο. Έπρεπε να σταματήσει πια εκείνη η συνήθεια των προτεσταντών Συντηρητιστών να κολλάνε ξεκάρφωτα εδάφια εκτός συμφραζόμενων! Με το ”ευρύτερο πλαίσιο” δεν εννοώ μονάχα τη θέση του μέσα στη Βίβλο αλλά και την ιστορική στιγμή και τη συγκεκριμένη ανησυχία απ’ όπου ξεπήδησε το αναφερόμενο κείμενο. Από αυτή την προσέγγιση των Γραφών, και από τον εντοπισμό των κοινωνικο-οικονομικών και ιστορικών συνθηκών όπου γεννήθηκε αυτός ο Λόγος, φάνηκε πολύ καθαρά ότι εδώ αντιμετωπίζαμε τη Βίβλο με πολύ μεγαλύτερη σοβαρότητα. Γιατί δεν επρόκειτο ούτε για τον παλιό Συντηρητικό φιλολογισμό του “τσιμπολογήματος φράσεων” ούτε για τη φιλελεύθερη “θεματική” προσέγγιση. Όταν πια αυτό έγινε κατανοητό, προχωρήσαμε στο ερώτημα γύρω από το νόημα του κειμένου σε σχέση με τη σημερινή μας ιστορική κατάσταση.

Προφανώς, μια τέτοια διαφορετική προσέγγιση δεν είναι κάτι που μπορεί να συμβεί σαν αποτέλεσμα μερικών εικοσάλεπτων εβδομαδιαίων κηρυγμάτων. Ακόμα κι αν μετά από κάθε κήρυγμα υπάρχει, όπως φρόντιζα πάντα να υπάρχει, χρόνος για ερωτήσεις και διευκρινήσεις σχετικά με το κείμενο της Βίβλου και την ερμηνεία του, η δουλειά αυτή από μόνη της δεν επαρκεί. Από την ανάγκη για παραπέρα σκέψη και συζήτηση, προήλθαν οι εβδομαδιαίες συναντήσεις της ομάδας μελέτης, κάθε Τετάρτη. Σ’ αυτές τις συναντήσεις, η πρώτη ώρα αφιερώνονταν στη μελέτη του βιβλικού κειμένου που θα χρησίμευε ως βάση για το κήρυγμα της επόμενης Κυριακής. Διαβαζόταν δυνατά, ύστερα δινόταν το ιστορικό πλαίσιο και ορισμένες διευκρινήσεις, και τέλος συζητούσαμε το νόημα και τη σημασία του τόσο στο αρχικό του πλαίσιο όσο και στη σημερινή εποχή. Οι ιστορικές πληροφορίες περιλάμβαναν πράγματα όπως το γεγονός ότι η εποχή του Μωυσή ήταν μια περίοδος εξέγερσης των σκλάβων στην Αυτοκρατορική Αίγυπτο, ότι ο Ιησούς έζησε σε μια περίοδο παρατεταμένου αγώνα ενάντια στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ότι η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση δεν μπορεί να γίνει κατανοητή αν δεν εξεταστεί μέσα από το πρίσμα ενός ταξικού πολέμου που περιλαμβάνει την Εξέγερση των Χωρικών. Η αξία όλων αυτών δεν ήταν απλώς το ότι τα μέλη της ενορίας άκουγαν μια πιο εκτεταμένη ανάλυση των δικών μου απόψεων, αλλά το ότι όλοι μαζί προχωρούσαμε σε μια βαθύτερη κατανόηση των θεολογικών καταβολών μας. Εγώ διδασκόμουν απ’ αυτούς, κι εκείνοι δίδασκαν ο ένας τον άλλον, και σε πολλές περιπτώσεις οι παρατηρήσεις τους και οι ερωτήσεις τους με έκαναν να αλλάζω ορισμένα στοιχεία του κηρύγματος της επόμενης Κυριακής.

Τη δεύτερη ώρα των συναντήσεων γινόταν συζήτηση και ανάλυση των πρόσφατων γεγονότων και εξελίξεων. Η ερώτηση με την οποία ξεκινάγαμε ήταν: ”Τί σημαντικά πράγματα συνέβησαν στην περιοχή μας, στη χώρα μας και σ’ ολόκληρο τον κόσμο αυτή την εβδομάδα;” Η λέξη κλειδί εδώ είναι, βέβαια, η λέξη “σημαντικά”. Γιατί σήμαινε ότι έπρεπε να μάθουμε να ξεχωρίζουμε το σημαντικό από το ασήμαντο. Σιγά-σιγά, καθώς οι άνθρωποι τη μια βδομάδα μετά την άλλη πρότειναν ο καθένας τους εκείνο που νόμιζε σημαντικό, συμμετέχοντας σε μια ανοιχτή συζήτηση, ξεχώρισαν ή διαμορφώθηκαν κάποιες απόψεις που αποδείχτηκαν ακριβείς και χρήσιμες σαν ερμηνείες του τί συνέβαινε, ενώ άλλες εγκαταλήφθηκαν. Αυτό σήμαινε ότι σε εβδομαδιαία βάση περνάγαμε όλοι μαζί από μια διαδικασία ιδεολογικού μετασχηματισμού. Όταν άρχισαν να εντοπίζονται γενικότερες τάσεις, θέτοντας ερωτήματα για τα οποία δεν είχαμε επαρκείς απαντήσεις, προχωρούσαμε σε μια μελέτη του συγκεκριμένου ζητήματος. Ένα από αυτά τα ζητήματα που ανέκυψε πολλές φορές ήταν η έλλειψη πληροφοριών για τα άλλα κοινωνικά, οικονομικά και πολιτικά συστήματα. Έτσι μελετήσαμε το ”Εισαγωγή στο Σοσιαλισμό” των Χούμπερμαν και Σουήζυ, το ”Παγκόσμια Πείνα: Δέκα μύθοι” των Λαπέ και Κόλλινς, το ”Λαοί και Συστήματα” μια μελέτη για τις ΗΠΑ, τη Λ.Δ. Κίνας, την Τανζανία και την Κούβα, και το ”Ο Εχθρός” του Φελίξ Γκρην.

Αυτές οι δυο πλευρές της ομάδας μελέτης — η θεολογική και η ιδεολογική — δεν αποτελούσαν δυο αυστηρά ξεχωριστές ενότητες αλλά πολύ συχνά συνδέονταν μεταξύ τους μέσα στη συζήτηση. Αυτό που προέκυψε από τη μελέτη ετούτη ήταν πως ο Ελληνικός διαχωρισμός ανάμεσα στο νου και την ύλη, το σώμα και την ψυχή, τη σάρκα και το πνεύμα, το άτομο και την κοινότητα, ήταν ψευδής. Παραπέρα είδαμε ότι η πρωτοχριστιανική εκκλησία, καθώς εξαπλώθηκε στις εμπορικές πόλεις της Μικράς Ασίας, δέχτηκε τις επιδράσεις του Γνωστικισμού και των ντόπιων θρησκειών, που είχαν σα φιλοσοφική βάση τον Ελληνικό δυϊσμό. Και είδαμε επίσης ότι η Εβραϊκή θεολογία είχε αντιπαλέψει τη δυϊστική κοσμοθεωρία που γεννούσε ο Ελληνικός φιλοσοφικός ιδεαλισμός. Σαν αποτέλεσμα, η Ιουδαϊκή ερμηνεία έχει περιγραφεί σαν η πιο υλιστική απ’ όλες τις θρησκείες. Κι αυτή ήταν η βάση του πρώιμου Χριστιανισμού (αν και αυτό το γεγονός το ανακαλύψαμε από τη μελέτη της Μαρξιστικής κριτικής του ύστερου Χριστιανισμού). Έτσι μπορέσαμε να κατανοήσουμε ότι το κίνημα της Βασιλείας των Ουρανών με τον Ιησού και την πρωτοχριστιανική εκκλησία διαμόρφωσε μια πρωτόγονη κομμουνιστική κουλτούρα η οποία επιβίωσε σε διάφορους βαθμούς επί αρκετούς αιώνες. Προήλθε φυσικά από τις αιρέσεις ”της ερήμου”, όπως οι Εσσαίοι και το κίνημα του Ιωάννη του Βαπτιστή, αλλά πραγματοποίησε κι ένα πολύ σημαντικό βήμα πιο πέρα. Για πρώτη φορά, ο πρωτόγονος κομμουνισμός δεν βασιζόταν στην οικογένεια, στη φυλή ή σε μια ομοσπονδία φυλών.

Όλες αυτές οι “ανακαλύψεις” μας, τελικά σήμαιναν ότι ο Μαρξισμός δεν ήταν απλώς ένα μέσο έκφρασης της Χριστιανικής μας συμπεριφοράς, αλλά κι ένα εργαλείο για την κατανόηση των Ιουδαιο-Χριστιανικών καταβολών μας.

Οπωσδήποτε, η συζήτηση τέτοιων θεμάτων έδινε μεγάλη ζωντάνια στην ομάδα μελέτης. Η μελέτη ήταν σοβαρή αλλά κι ευχάριστη γιατί επιχειρηματολογούσαμε και γελάγαμε μαζί. Μέσα από αυτή την κατάσταση η ομάδα βαθμιαία διαμορφώθηκε σε μια κοινότητα “πίστεως εν δράσει”. Το σημαντικό ποσοστό της ενορίας που συμμετείχε τακτικά στην ομάδα μελέτης αποτέλεσε τον πυρήνα που “ήξερε τί έκανε και γιατί”. Τα μέλη της μπορούσαν να διατυπώσουν ένα λόγο που εξηγούσε την πίστη τους, τόσο στο θεολογικό όσο και στο ιδεολογικό επίπεδο.

Επειδή όλοι δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν στην ομάδα μελέτης, χρειάστηκε να δημιουργηθούν κάποιες δυνατότητες για εκείνους που έβλεπαν με συμπάθεια την όλη προσπάθεια, και είχαν τη διάθεση να ασχοληθούν με κάτι περισσότερο από την παρακολούθηση του κυριακάτικου κηρύγματος. Αυτό που τελικά έγινε ήτανε μια ”συνάντηση για καφέ” όπου 40-50 άτομα μένανε μετά τη λειτουργία της Κυριακής για μια ώρα περίπου κουβεντιάζοντας σε μια ανεπίσημη ατμόσφαιρα. Ενώ τα παιδιά ήταν στο κατηχητικό, οι ενήλικες (που περιλάμβαναν και τους μαθητές του γυμνασίου)άρχιζαν με ερωτήσεις γύρω από το θέμα του κηρύγματος που είχε προηγηθεί, και συνέχιζαν από κει σε μια ευρύτερη συζήτηση. Ήταν εντυπωσιακό το ότι με δυσκολία βρίσκαμε κάποιον ενήλικα να διδάξει στο κατηχητικό, γιατί αυτό σήμαινε ότι θα έχανε τη ”συνάντηση του καφέ”. Για να λύσουμε αυτό το πρόβλημα χρειάστηκε να εναλλάσσουμε τους διδάσκοντες κατά τακτικά διαστήματα.

Η επιμόρφωση από την ομάδα μελέτης, το κήρυγμα και τη συνάντηση του καφέ ήταν πολύ ουσιαστική, τόσο μάλιστα που οι επισκέπτες στην ενορία μας νόμιζαν ότι είχαν πέσει κατά λάθος σε μια συζήτηση πανεπιστημιακών ή τουλάχιστον ανθρώπων με πανεπιστημιακή παιδεία. Στην πραγματικότητα,ελάχιστοι είχαν φοιτήσει σε πανεπιστήμια, μερικοί δεν είχαν τελειώσει το γυμνάσιο, και υπήρχαν και ορισμένοι τελείως αγράμματοι. Αυτές οι διαφορές δεν δημιουργούσαν εμπόδια στη συζήτηση μέσα στην ομάδα γιατί το θέμα ήταν η ζωή και οι εμπειρίες των ανθρώπων.

Από οργανωτική άποψη, οι συναντήσεις του καφέ αποτελούσαν έναν δεύτερο, ομόκεντρο κύκλο δραστηριότητας γύρω από τον πυρήνα της ομάδας μελέτης. Όσοι συμμετείχαν σ’ αυτές τις συναντήσεις βοηθούσαν στην παραπέρα πληροφόρηση εκείνων που έρχονταν μόνο στη λειτουργία, καθώς και εκείνων που κατοικούσαν στην ενορία μας αλλά δεν είχαν επαφή με την εκκλησία.

Αν η μελέτη και η συζήτηση δεν είχε συνδυαστεί σε μια δεύτερη φάση με συγκεκριμένη δράση, τότε η πορεία των γεγονότων στο Σαιντ Μαρκ’ς θα ήταν απλώς μια διαρκής ανακύκλωση και επανάληψη. Αν δεν δοκιμάζαμε τα συμπεράσματά μας και τους εαυτούς μας, θα χτίζαμε απλώς ένα γυάλινο πύργο, αποκομμένο από την πραγματικότητα. Έτσι λοιπόν,προχωρήσαμε και στην πράξη. Οι ενέργειες που περιγράψαμε στην αρχή αυτού του άρθρου μας οδηγούσαν, με κάθε βήμα,σε μια βαθύτερη κατανόηση του κόσμου. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, κάποιοι εγκατέλειπαν την ομάδα, αλλά εκείνοι που παρέμεναν και συμμετείχαν, δυνάμωναν. Και επιπλέον υπήρχαν και άλλοι που έρχονταν στην εκκλησία για να δουλέψουν μαζί μας μετά από κάθε ενέργεια. Η κατήχηση στην πράξη είναι πολύ ισχυρότερη από την κατήχηση με τα λόγια. Η κατανόηση της πραγματικότητας γινόταν καθαρότερη και η Χριστιανική και Μαρξιστική τοποθέτησή μας βαθύτερη, κάθε φορά που έμπαινε σε δοκιμασία. Αυτό δε σημαίνει ότι η όλη διαδικασία ήταν εύκολη ή ανώδυνη. Κάθε φορά που κάποιος αποχωρούσε, ήταν μια πολύ οδυνηρή εμπειρία για τους υπόλοιπους γιατί πραγματικά είχαμε διαμορφώσει πολύ στενούς δεσμούς μεταξύ μας. Μάλιστα, το πιο δύσκολο πράγμα που έχει να αντιμετωπίσει μια ομάδα αυτού του είδους, είναι η ρήξη μέσα στην οικογένεια ή μεταξύ φίλων. Τα λόγια του Χριστού για το αναπόφευκτο της ρήξης ακόμα και μέσα στην οικογένεια σαν αποτέλεσμα της απόφασης να ταχθείς στο σκληρό αγώνα, απέκτησαν μια ιδιαίτερη σημασία για μας καθώς ζούσαμε αυτή την εμπειρία κάθε φορά που βάζαμε στην πράξη τα όσα κηρύτταμε.

Το πιο σημαντικό στοιχείο της μελέτης μας ήταν η προσπάθεια να εντοπίσουμε την κοινή ρίζα των διαφόρων υποθέσεων για τις οποίες αποφασίζαμε να δράσουμε. Χωρίς μια τέτοια κατεύθυνση, οι άνθρωποι θα αναλώνονταν και πολύ εύκολα θα χάνονταν στην αναζήτηση των μυριάδων φαινομενικά ασύνδετων δεδομένων. Τόσο η θεολογία της απελευθέρωσης όσο και η Μαρξιστική θεωρία, η καθεμιά από τη σκοπιά της, πάντα αναζητούν τη ρίζα του προβλήματος — και γι’ αυτό είναι και οι δυο ριζοσπαστικές. Και οι δυο αναλύουν τα φαινόμενα μέχρι το σημείο όπου συνδέονται μεταξύ τους, κι έτσι όταν διερευνούσαμε τα συγκεκριμένα ζητήματα δεν πελαγοδρομούσαμε αλλά αντίθετα βαθαίναμε την κατανόησή τους. Μια φιλελεύθερη προσέγγιση στις ίδιες υποθέσεις συνήθως οδηγεί σε μια εξάντληση δυνάμεων γιατί δεν υπάρχει ένα εναλλακτικό όραμα που να συνδέει τις λεπτομέρειες σ’ ένα ενιαίο σύνολο. Σαν αποτέλεσμα, ο φιλελευθερισμός είναι αναγκασμένος να περιορίζει είτε το βάθος είτε τον αριθμό των ζητημάτων στα οποία παρεμβαίνει.

Ο αυτοπροσδιορισμός μας σαν ομάδα δεν προήλθε μόνο από την κοινή μελέτη και δράση, αλλά και από την εχθρότητα που αντιμετωπίσαμε. Απ’ την πρώτη κιόλας Κυριακή που μίλησα στην εκκλησία του Καμάντσε, το αντίπαλο στρατόπεδο έκανε την παρουσία του αισθητή. Η σύζυγος ενός δικηγόρου της περιοχής και ιδιοκτήτη ακινήτων στις φτωχογειτονιές, η οποία αποτελούσε έναν από τους αυτόκλητους στυλοβάτες της εκκλησίας, άρχισε μια εκστρατεία ψιθύρων διαδίδοντας ότι ήμουν “κομμουνιστής”. Καθώς δεν. είχα χρησιμοποιήσει καμιά επίμαχη λέξη στο κήρυγμά μου, και είχα βασιστεί αποκλειστικά στο κείμενο της Βίβλου, η αντίδραση του κόσμου,ήταν να αναρωτηθεί περισσότερο για τα δικά της κίνητρα παρά για τις δικές μου πολιτικές πεποιθήσεις. Και πολλοί είπαν “δεν ξέρουμε ποιος είναι ούτε από πού έρχεται, αλλά αν αυτή είναι εναντίον του, τότε εμείς είμαστε μαζί του”.

Το επόμενο στάδιο της επίθεσης ήταν ένα οικονομικό μποϋκοτάρισμα από τους δεξιούς που διαφωνούσαν με την κατεύθυνση των κηρυγμάτων μου. Αυτοί ήταν οι άνθρωποι που κατήγγειλαν το μποϋκοτάρισμα όταν το έκαναν εργάτες ενάντια στις εταιρείες, αλλά ήταν μια χαρά όταν το χρησιμοποιούσαν οι ίδιοι για να με κάνουν να σωπάσω ή να φύγω. Παρόλο που ο περιορισμός των οικονομικών πόρων ήταν οδυνηρός για μια μικρή ενορία σαν τη δική μας, δεν ήταν καθοριστικής σημασίας. Μάλιστα, τούτο έδειξε στους υπόλοιπους ότι δεν ήταν οι πλούσιοι, αλλά οι εργάτες και οι φτωχοί που σήκωναν το κύριο οικονομικό βάρος για τη λειτουργία της εκκλησίας. Κι όταν οι εργαζόμενοι είδαν τί συνέβαινε, αύξησαν τις προσφορές τους για να αντισταθμίσουν το μποϋκοτάρισμα των πλούσιων.

Όταν φάνηκε ότι το οικονομικό μποϋκοτάρισμα δεν λειτούργησε, το επόμενο βήμα ήταν η αποχώρηση, από τις διοικητικές θέσεις, των ανθρώπων που θεωρούνταν αναντικατάστατοι για τη λειτουργία της εκκλησίας. Αν και αυτό αρχικά ανησύχησε πολύ όσους παρέμειναν, σύντομα έγινε φανερό ότι και άλλα μπορούσαν να κάνουν τις δουλειές, και για πρώτη φορά υπήρξε ένα πραγματικό πνεύμα συνεργασίας. Τα πάντα λειτουργούσαν καλύτερα από πριν!

Πέρα από τις εχθρικές ενέργειες μέσα στην ενορία, η επιχειρηματική και κοινωνική “ελίτ” προσπάθησε να πιέσει τον επίσκοπο να με μεταθέσει, και πολύ συγκεκριμένα κατά τη διάρκεια της ανεπίσημης απεργίας που αναφέραμε στην αρχή του άρθρου. Σε μια περίπτωση τα πράγματα οξύνθηκαν τόσο ώστε κλήθηκα σε απολογία ενώπιον του επισκόπου και 13 τοποτηρητών της πολιτείας της Αϊόβα. Επρόκειτο για μια απαίτηση δίχως προηγούμενο από την πλευρά της ιεραρχίας,γι’ αυτό απάντησα λέγοντας ότι θα επιθυμούσα να φέρω μαζί μου άλλον έναν πάστορα στη συνεδρία. Ο τοποτηρητής της περιοχής μου με πληροφόρησε ότι ήταν αδύνατο γιατί κάτι τέτοιο ”θα παραβίαζε την εμπιστευτικότητα της διαδικασίας των διορισμών”. Αντέτεινα ότι ο συνάδελφος μου θα μπορούσε να είναι παρών μέχρι τη συζήτηση του θέματος του διορισμού, αλλά έλαβα την απόκριση: ”Όχι. Επ’ ουδενί!” Στο σημείο αυτό είπα ότι θα ήθελα να ηχογραφήσω τη συζήτηση, γιατί έμοιαζε με μια συνάντηση εργοδοσίας – εργαζόμενων, όπου εγώ βρισκόμουν στη δοσμένη αριθμητική σχέση του 14 προς 1. Με έκπληκτο και οργίλο ύφος μου απάντησαν ότι αυτό έμοιαζε να υποδηλώνει έλλειψη εμπιστοσύνης προς την αδελφότητα και ότι το αίτημά μου απορριπτόταν ασυζητητί. Τελικά είπα, ”τότε λοιπόν δεν μου αφήνετε άλλη επιλογή από το να βγω και να μιλήσω στα μέσα ενημέρωσης”. Αγνόησαν αυτό το σχόλιο ως άνευ σημασίας.

Εκείνο το απόγευμα συμμετείχα σε μια συγκέντρωση 1.500 περίπου απεργών, όπου ο συνδικαλιστικός τους εκπρόσωπος ανακοίνωσε την κλήση μου σε απολογία από την ιεραρχία της εκκλησίας. Οι απεργοί απάντησαν αμέσως: ”Να πάμε με λεωφορεία στο Ντες Μόινς και να διαδηλώσουμε έξω από την Επισκοπή, κι ενώ ο Τζιλ θα μιλάει με την ιεραρχία μέσα στο κτίριο εμείς θα τα λέμε στους δημοσιογράφους απ’ έξω”. Ένας χαφιές φαίνεται ότι ειδοποίησε αμέσως τον επίσκοπο, γιατί μόλις πήγα σπίτι μου χτύπησε το τηλέφωνο και ο τοποτηρητής της περιοχής μου είπε: ”Η συνάντηση αναβάλλεται επ’ αόριστο — δεν είχαμε σκοπό να δώσουμε δημοσιότητα στο θέμα”.

Αυτό που θέλουμε να υπογραμμίσουμε, περιγράφοντας την εχθρότητα που αντιμετωπίσαμε, είναι ότι το αποτέλεσμά της ήταν να ενισχυθεί η αλληλεγγύη μας και να ξεκαθαρίσουν οι απόψεις μας. Έδειξε σε όλους ότι διεξαγόταν ένας ταξικός πόλεμος τόσο μέσα στην εκκλησία όσο και μέσα στην κοινότητα όπου ζούσαν, κι αυτό έκανε την κατανόηση των αγώνων στον υπόλοιπο κόσμο ακόμα πιο βαθιά.

Δυο χρόνια αργότερα, αφού παρέμεινα στη θέση του πάστορα για να βοηθήσω τους ανθρώπους να ξαναστήσουν τη ζωή τους μετά την απεργία και τη διαγραφή του σωματείου τους από το επίσημο συνδικάτο, ζήτησα από μόνος μου μετάθεση. Είχα ζήσει στο Καμάντσε για 10 χρόνια, κι ένιωθα πως ήταν καιρός για μια αλλαγή, τόσο για μένα όσο και για την ενορία. Στη θέση μου, ο επίσκοπος διόρισε ένα νεαρό πάστορα με την οδηγία να “συμφιλιώσει” εκείνους που είχαν αποχωρήσει από την εκκλησία Σαιντ Μαρκ’ς με εκείνους που είχαν παραμείνει και είχαν συμμετάσχει στους αγώνες. Αυτή η επιχείρηση της ταξικής συνεργασίας, της ”ενότητας πάνω απ’ όλα”, προωθήθηκε από το νεαρό καρριερίστα πάστορα ενάντια στη θέληση και την αλληλέγγυα στάση των μελών της ενορίας που είχαν δουλέψει μαζί μου. Μέσα σε μερικούς μήνες οι άνθρωποι που είχαν κατακτήσει μια νέα κατανόηση του Χριστιανισμού μέσα από τους αγώνες και τη μελέτη των προηγούμενων χρόνων, αποφάσισαν να αποχωρήσουν από το Σαιντ Μαρκ’ς, και οργανώθηκαν σαν ομάδα της Μεθοδιστικής Ομοσπονδίας για την Κοινωνική Δράση. Εδώ και τρία χρόνια η ομάδα αυτή, κάπου 70-80 άτομα, συνεχίζει τις συναντήσεις και την πρακτική που είχαμε αρχίσει μαζί. Δεν έχουν πάστορα,αλλά εναλλάσσονται στην καθοδήγηση της ομάδας μελέτης κάθε Τετάρτη βράδυ και στην προετοιμασία του κηρύγματος της Κυριακής. Έχουν αντιμετωπίσει κάθε είδους επιθέσεις,αλλά είναι τώρα ελεύθεροι να χρησιμοποιήσουν το χρόνο τους και τα χρήματά τους για υποθέσεις και ενέργειες στις οποίες πιστεύουν και όχι για να συντηρούν κάποιο κτίριο ή να συνεισφέρουν στη λειτουργία των οργανωτικών δομών της ιεραρχίας. Έμαθαν πολύ καλά ότι “η εκκλησία” δεν ταυτίζεται μ’ ένα κτίριο, έναν ιερέα, ένα δόγμα, και έτσι είναι σήμερα σοφότεροι και ισχυρότεροι.

Και όλοι μας είδαμε πως το Ευαγγέλιο που είναι “καλα μαντάτα” για τους φτωχούς, είναι κατά κανόνα “κακά μαντάτα” για τους πλούσιους, πως η ζωή μας δεν ”δικαιώνεται δια της πίστεως” αλλά δια της πίστεως εν δράσει, πως ο Ιησούς και οι προφήτες έζησαν και πέθαναν για το Θεϊκό Βασίλειο της επίγειας δικαιοσύνης, για έναν κόσμο όπου θα υπάρχει ζωή εν αφθονία για όλους, και όπου “οι έσχατοι έσονται πρώτοι και οι πρώτοι έσχατοι”. Τέλος, μάθαμε ότι ο Χριστιανισμός και ο Μαρξισμός δεν είναι αντίθετοι ο ένας στον άλλον,ούτε απλώς οι δυο όψεις του ίδιου προοδευτικού κινήματος στην ιστορία, αλλά αλληλοσυμπληρούμενες πλευρές των υποκειμένων που αγωνίζονται.

Όσο για μένα, τα ερωτήματα που με απασχολούσαν σχετικά με την εκκλησία πριν από 13 χρόνια, βρήκαν κάποιες απαντήσεις. Ναι, “μπορούσε να λειτουργήσει στο Καμάντσε”, πέρα από κάθε προσδοκία, δική μου ή οποιουδήποτε άλλου. Ναι, μπορούσε να διασπαστεί το μονοπώλιο των θρησκευτικών συμβόλων και μύθων, που κατείχε ο προτεσταντικός Συντηρητίσμός (φονταμενταλισμός) και η ”Ηθική Πλειοψηφία”. Ναι, η θεολογία της απελευθέρωσης μπορούσε να ριζώσει εκεί. Και η θεολογία αυτή ανοίγει μια νέα προοπτική με αντίκτυπο τόσο σημαντικό για την άνοδο του σοσιαλισμού, όσο σημαντικός ήταν και ο αντίκτυπος της θεολογίας της Προτεσταντικής Μεταρρύθμισης για την άνοδο του καπιταλισμού.

Ο Φιντέλ Κάστρο για την Επί του Όρους Ομιλία

Το 1985, ο Φιντέλ Κάστρο είχε μια σειρά από συνομιλίες με τον βραζιλιάνο καθολικό μοναχό και υποστηρικτή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Φράι Μπέττο. Οι συνομιλίες αυτές κυκλοφόρησαν σε βιβλίο. Το 1987 οι εκδόσεις Γνώσεις, κυκλοφόρησαν αυτό το βιβλίο στα ελληνικά με τον τίτλο «Ο Φιδέλ και η Θρησκεία: συνομιλίες με τον Φράι Μπέττο» (δείτε εδώ). Από εκεί, παραθέτουμε ένα μικρό απόσπασμα από την συνομιλία, που αφορά την Επί του Όρους Ομιλία.

Φιντέλ Κάστρο: Πολλά από τα κομμάτια της διδασκαλίας του Χριστού, όπως «Η επί του Όρους Ομιλία», νομίζω πως δεν μπορούν να ερμηνευθούν με άλλο τρόπο, παρά με αυτό που ονομάζεις επιλογή υπέρ των φτωχών. Όταν ο Χριστός είπε: «Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται. Μακάριοι οἱ πραεῖς, ὅτι αὐτοὶ κληρονομήσουσιν τὴν γῆν. Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», είναι φανερό, ότι δεν πρόσφερε τη βασιλεία των ουρανών στους πλούσιους. Στην πραγματικότητα την πρόσφερε στους φτωχούς. Και δεν πιστεύω ότι σ’ αυτό το σημείο της Ομιλίας του Χριστού μπορεί να υπάρχει λάθος μετάφρασης ή ερμηνείας. Νομίζω ότι αυτή την «Επί του Όρους Ομιλία», μπορούσε να την είχε προσυπογράψει ο Καρλ Μαρξ.

Φράι Μπέττο: Στην παραλλαγή του ευαγγελιστή Λουκά δεν λέει μόνο «μακάριοι οἱ πτωχοί», αλλά και «οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις».

Φιντέλ Κάστρο: Δεν ξέρω αν υπάρχει αυτή η φράση σε κάποια παραλλαγή αυτής της Ομιλίας. Λες ότι είναι παραλλαγή του ευαγγελιστή Λουκά. Εγώ δεν θυμάμαι να λέει «οὐαὶ ὑμῖν τοῖς πλουσίοις«.

Φράι Μπέττο: Εσείς γνωρίζετε την παραλλαγή του ευαγγελιστή Ματθαίου, που είναι πιο γνωστή.

Φιντέλ Κάστρο: Ίσως να ήταν αυτή που βόλευε περισσότερο εκείνη την εποχή, ώστε να μας εκπαιδεύσουν σ’ ένα πιο συντηρητικό πνεύμα.

Δείτε σχετικά: Στοιχεία ταξικής συνείδησης στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον

Φιντέλ Κάστρο: περί πίστης, τιμωρίας και επιβράβευσης

«Νομίζω ότι, όταν κάτι γίνεται με το φόβο της τιμωρίας ή με την επιδίωξη της επιβράβευσης, δεν είναι αμιγώς αλτρουιστικό ούτε ευγενές. Δεν αξίζει επαίνους ούτε θαυμασμό ούτε καμία άλλη εκτίμηση. Στην επαναστατική μου ζωή, και με βάση τις δικές μου επαναστατικές ιδέες, όσες φορές χρειάστηκε να εμπλέξω ανθρώπους σε καταστάσεις εξαιρετικά δύσκολες, όπου θα δοκιμάζονταν και θα έπρεπε να αντέξουν κάνοντας αυτοθυσίες και επιδεικνύοντας αλτρουισμό, το πιο αξιοθαύμαστο απ’ όλα ήταν ότι δεν παρακινήθηκαν από κανένα είδος επιβράβευσης ή τιμωρίας.

Η ίδια η εκκλησία πέρασε τις δικές της δοκιμασίες για πολλούς αιώνες. Υπέφερε μαρτύρια και τα αντιμετώπισε. Πιστεύω πως αυτό εξηγείται μόνο με τη βαθιά πίστη. Νομίζω πως η πίστη είναι που δημιουργεί τους μάρτυρες. Δεν νομίζω ότι κάποιος γίνεται μάρτυρας απλώς και μόνο επειδή προσβλέπει σε επιβράβευση ή φοβάται την τιμωρία. Δεν νομίζω ότι κάποιος συμπεριφέρεται ηρωικά για τέτοιους λόγους. Όλοι οι μάρτυρες της εκκλησίας παρακινήθηκαν από αισθήματα αφοσίωσης, γιατί πίστευαν πάρα πολύ σε κάτι. Η ιδέα της μετά θάνατον ζωής, όπου οι πράξεις τους θα άξιζε να επιβραβευτούν, ίσως βοήθησε λίγο, ωστόσο δεν πιστεύω ότι αποτέλεσε τον κύριο λόγο. Οι άνθρωποι που λειτουργούν από φόβο, συνήθως φοβούνται και τη φωτιά και τα μαρτύρια και τα βασανιστήρια. Δεν τολμούν να τα προκαλέσουν ανοιχτά. Απ’ άκρη σ’ άκρη της εκκλησιαστικής ιστορίας οι μάρτυρες θα πρέπει να παρακινήθηκαν από κάτι πιο εμπνευσμένο από το φόβο ή την τιμωρία.«

Απόσπασμα από τις συζητήσεις του Φιντέλ Κάστρο, με τον βραζιλιάνο καθολικό μοναχό και υποστηρικτή της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, Φράι Μπέττο. Οι συζητήσεις αυτές κυκλοφορούν σε βιβλίο με τον τίτλο «Fidel & Religion: Conversations with Frei Betto on Marxism & Liberation Theology». Αποσπάσματα από αυτές τις συζητήσεις περιέχονται σε ελληνική έκδοση αυτοβιογραφίας του Κάστρο, υπό τον τίτλο: «Φιντέλ Κάστρο: Εκείνα τα χρόνια. Μια Αυτοβιογραφία» (εκδόσεις Τόπος). Από αυτήν την έκδοση, είναι το απόσπασμα που παραθέσαμε.

Μαρξισμός και Χριστιανισμός

Το «Μαρξισμός. Για πάντα νέος»¹ του Νέστωρ Κόαν, είναι ένα αρκετά ευκολοδιάβαστο βιβλίο, που μέσα από σύντομα κείμενα και σκίτσα, κάνει μια γενική εισαγωγή στον μαρξισμό.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, είναι ερευνητής και υφηγητής στο πανεπιστήμιο του Μπουένος Άιρες (UBA) και στο ΛαΙκό Πανεπιστήμιο Μητέρες της Πλατείας του Μαπ (UPMPM). Έχει γράψει πολλά βιβλία σχετικά με τον μαρξισμό, που κυκλοφορούν σε Αργεντινή, Κούβα, Μεξικό, Βραζιλία, Ισπανία κ.α.. Έχει επίσης προλογίσει βιβλία των Αντόλφο Σάντσες Βάσκες, Αρμάντο Αρτ Ντάβαλος, Κάρλος Ταμπλάδα, Καρλ Μαρξ, Ρόζας Λούξεμπουργκ, Γκεόργκ Λούκατς, Αντόνιο Γκράμσι κ.ά.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, αφιερώνει μερικά κείμενα στην σχέση του μαρξισμού με την θρησκευτική πίστη και τον χριστιανισμό, τα οποία θεωρήσαμε ότι παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, έστω κι αν κάποιος δεν συμφωνεί σε όλα μαζί τους. Παρακάτω, σας παραθέτουμε μερικά σχετικά αποσπάσματα:

Θρησκεία = Όπιο του Λαού; (σελ. 20)

Στα νεανικά του χρόνια, ο Μαρξ αναλύει κριτικά τη θεολογία της εποχής του. Στη Γερμανία, οι επίσημες προτεσταντικές αρχές (κατά κύριο λόγο λουθηρανικές) στηρίζουν την άρχουσα τάξη, όπως ακριβώς γίνεται και στην Ολλανδία, την Ελβετία και την Αγγλία. Αν και πολιτιστικά αντίπαλος της Μεταρρύθμισης, ο Καθολικισμός επιτελεί ανάλογη λειτουργία στην Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία. Τα ίδια σχεδόν μ’ αυτά που συμβαίνουν σήμερα σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Γι’ αυτό ο Μαρξ κριτικάρει αυστηρά όσους επιδιώκουν να διδάξουν στους εργάτες την υποταγή, την υπομονή και την πραότητα. Αντιτίθεται σε όσους λένε στον λαό να στρέφει και «την άλλη παρεία» και διακηρύσσει, αντίθετα, την αξιοπρέπεια και την πάλη.

Ωστόσο η οπτική του Μαρξ στην Εισαγωγή του 1843 -επηρεασμένη από τον Φόιερμπαχ- είναι πολύ πιο σύνθετη από τον απλοϊκό φιλελεύθερο αντικληρικαλισμό. Τόσο οι δογματικές, μηχανιστικές και χυδαίες όψεις του μαρξισμού, όσο και η συντηρητική θρησκευτική σκέψη, έχουν χρησιμοποιήσει κατά καιρούς, αποσπασματικά και παραμορφωτικά, την έκφραση «Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού» για να εξυπηρετήσουν πολλούς και διάφορους σκοπούς, από το να μετατρέψουν τον Μαρξ σ’ έναν χυδαίο «παπαδοφάγο» ή φιλελεύθερο πεφωτισμένο αστό, όπως εκείνοι της Γαλλικής Επανάστασης του 1789. Όλοι ξεχνάνε ότι η σκοπιά του είναι ουμανιστική. Υπό την ίδια οπτική, ο Ένγκελς δημοσιεύει στα Γαλλογερμανικά Χρονικά, μια κριτική του βιβλίου Παρελθόν και παρόν (1843) του Τόμας Καρλάιλ (1795-1881). Εκεί γράφει: «Το πρόβλημα ήταν πάντα η φύση του Θεού. Και η γερμανική φιλοσοφία έλυσε το πρόβλημα δηλώνοντας ότι ο Θεός είναι ο άνθρωπος.»

Θεολογία και Επανάσταση; (σελ. 21)

Αν κάποιος πιστεύει στον Θεό… μπορεί να δηλώνει μαρξιστής; Αυτό το παμπάλαιο και υπερώριμο θέμα έχει οριστικά απαντηθεί. Ο μαρξισμός είναι φιλοσοφία της πράξης και μια αντίληψη για τον κόσμο, που τοποθετεί στο κέντρο της το πολιτικό πρόβλημα της επανάστασης και του μετασχηματισμού της κοινωνίας, όχι το μεταφυσικό πρόβλημα του αν υπάρχει Θεός ή όχι. Επαναστάτης είναι αυτός που παλεύει καθημερινά για επανάσταση, είτε πιστεύει είτε δεν πιστεύει στο Θεό. Μακριά από οποιαδήποτε μεταφυσική, ο μαρξισμός βοηθάει τον άνθρωπο να βρει το νόημα της ζωής σ’ αυτή τη συλλογική μάχη κατά της εκμετάλλευσης και της μονόπλευρης κυριαρχίας.

Κατά τον 20ό και τον 21ο αιώνα, σημαντικοί τομείς της θρησκείας, χωρίς να αποκηρύσσουν την πίστη τους, απορρίπτουν τις αξίες της υποταγής και της παθητικότητας. Έχοντας έρθει σε επαφή με τις λαϊκές εξεγέρσεις και τις σοσιαλιστικές επαναστάσεις, αυτοί οι κύκλοι των πιστών -εμπνευσμένοι από τη θεολογία της απελευθέρωσης- παίρνουν στα σοβαρά το προφητικό μήνυμα ότι «είμαστε ίσοι μπροστά στον Θεό». Αντί να κηρύσσουν την πραότητα, κηρύσσουν την επανάσταση κατά του ψευτοθεού του χρήματος, κατά των ψευδοπροφητών της αγοράς, όσων προσκυνούν το χρυσό μοσχάρι, όσων σκύβουν ευλαβικά το κεφάλι μπροστά στους πίνακες του χρηματιστηρίου και στις θεότητες των πιστωτικών καρτών, όσων απαιτούν εργατικές θυσίες μπροστά στον αδηφάγο και απάνθρωπο βωμό του κεφαλαίου.

Ο Ένγκελς, ο Μύνστερ και ο Επαναστατικός Χριστιανισμός (σελ. 67)

Το καλοκαίρι του 1850, ο Φρίντριχ Ένγκελς γράφει στο Λονδίνο τον Πόλεμο των χωρικών στη Γερμανία². Όπως ο ίδιος σημειώνει σχετικά το 1870, γράφει «υπό την άμεση εντύπωση της αντεπανάστασης» και της ήττας του 1848. Εκεί αναλύει τους πολέμους που εξελίχθηκαν ανάμεσα στο 1524 και το 1526, όπου οι αγρότες και οι πληβείοι εξεγείρονται κατά των κυρίων τους. Ο Ένγκελς ξεχωρίζει ιδιαίτερα τον ρόλο του Τόμας Μύνστερ, αιρετικού ηγέτη, ο οποίος ευαγγελίζεται έναν επαναστατικό κομμουνισμό ανάμικτο με τον χριστιανισμό.

Ο Ένγκελς διαφοροποιεί τον αστικό χριστιανισμό -στον οποίο εντάσσει και τον Μαρτίνο Λούθηρο (1483-1546)- από τον επαναστατικό χριστιανισμό, επικεφαλής του οποίου είναι ο Μύνστερ. Εντοπίζει τα παράλληλα στοιχεία ανάμεσα στους επαναστάτες χριστιανούς και στους κομμουνιστές. Αυτή η ίδια σύγκριση εμφανίζεται σε πολλά γραπτά του Ένγκελς, όπως στον πρόλογο του για το βιβλίο Οι ταξικοί αγώνες στη Γαλλία, του 1895. Ανάμεσα στους άλλους μαρξιστές στοχαστές, το ίδιο κάνει και η Ρόζα Λούξεμπουργκ (1871-1919), εβραιοπωλωνή ηγέτιδα των Σπαρτακιστών, η οποία ιδρύει το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Η Ρόζα αναφέρει αυτή τη σύγκριση στο άρθρο της «Ο σοσιαλισμός και οι εκκλησίες» (1905).

Μαρξισμός και Θεολογία της Απελευθέρωσης (σελ. 68)

Συνήθως αποδίδεται στον μαρξισμό η απόλυτη αντίθεση προς οποιαδήποτε θρησκευτική επιλογή. Σ’ αυτό συμβάλλουν ο συντηρητισμός του Βατικανού και άλλων εκκλησιών. Ωστόσο, από την κουβανική επανάσταση του 1959 -με επικεφαλής τον Φιντέλ Κάστρο και τον Τσε Γκεβάρα- μέχρι σήμερα, στη Λατινική Αμερική διαμορφώνεται ένα σημαντικό ρεύμα χριστιανών επαναστατών και σοσιαλιστών, εμβληματική μορφή του οποίου αποτελεί ο κολομβιανός ιερέας Καμίλο Τόρες Ρεστρέπο (1919-1966). Ιερέας και κοινωνιολόγος, ο Καμίλο πεθαίνει μαχόμενος ως αντάρτης του εθνικοαπελευθερωτικού στρατού (ELN), με προσανατολισμό μαρξιστικό και τσεγκεβαρικό.

Ο Γκουστάβο Γκουτιέρες (1928), περουβιανός Ιησουίτης, δημοσιεύει το 1974 ένα βασικό βιβλίο: Θεολογία της απελευθέρωσης. Προοπτικές³. Το 1969 είχε ήδη εκδώσει δικά του κείμενα με τον Ρούμπεμ Άλβες. Άλλοι θεωρητικοί αυτού του ρεύματος, το οποίο συγχωνεύει τον μαρξισμό και τον χριστιανισμό, είναι ο Χούγκο Άσμαν, ο Λεονάρντο υ Γκλοντόβις Μποφ, ο Φρέι Μπέτο, ο Γιον Σομπρίνο, ο Ενρίκε Ντουσέλ, ο Φραντς Γ. Χινκελάμερτ, ο Πάμπλο Ρίτσαρντ, κ.α.

1. Νέστωρ Κόαν, Μαρξισμός. Για πάντα νέος, εκδ. Γνώση, Αθήνα 2011. Δείτε εδώ.
2. Κυκλοφορεί στα ελληνικά από την Σύγχρονη Εποχή. Δείτε εδώ.
3. Κυκλοφορεί στα ελληνικά από τον Άρτο Ζωής. Δείτε εδώ.

Συγνώμη, αλλά δεν θα πάρουμε…

Από αυτό το ιστολόγιο, έχουμε εξαρχής δηλώσει ότι είμαστε χριστιανοί και κομμουνιστές. Είμαστε κομμουνιστές, με την έννοια ότι είμαστε ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα της εκμετάλλευσης και σε κάθε μορφή διαχείρισής του. Θεωρούμε ότι το σύστημα του καπιταλισμού δεν μπορεί να γίνει πιο «ανθρώπινο», και ότι μόνος δρόμος υπέρ του λαού, είναι η συντριβή του δομών και η ανατροπή του καπιταλισμού, ενώ η εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα θα πρέπει να πάρουν την εξουσία και τον πλούτο που παράγουν στα χέρια τους, μέσω την κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής.

Αυτή είναι η πολιτική μας θέση. Αν τώρα υπάρχουν κόμματα, κινήσεις, οργανώσεις, ιστοσελίδες, άτομα, που έχουν πρόβλημα με την θρησκευτική μας πίστη, και θέλουν να μας θεωρούν «ελαττωματικούς» κομμουνιστές με ελλειπή ταξική συνείδηση, επειδή δεν ασπαζόμαστε κάθε φιλοσοφική πτυχή του διαλεκτικού υλισμού, το πρόβλημα το έχουν αυτοί.

Εμείς πιστεύουμε ότι η εργατική τάξη δεν πρέπει να διαχωρίζεται ανάλογα με την θρησκευτική ή μη συνείδηση του καθενός. Βέβαια, κι άλλοι λένε ότι το πιστεύουν αυτό, όμως από πίσω σπεύδουν να ψιθυρίσουν ότι εμείς που έχουμε θρησκευτική συνείδηση, είμαστε «χωριάτες» του προλεταριάτου και ταξικοί «ταρζάν», που μας ανέχονται και δείχνουν κατανόηση, ενώ έχουν ως μακροπρόθεσμο στόχο να χάσουμε τελικά την θρησκευτική μας συνείδηση. Συγνώμη, αλλά δεν θα πάρουμε…

Νίκος Ζαχαριάδης: «Ορθοδοξία»

Το παρακάτω κείμενο του άλλοτε γ.γ. του ΚΚΕ Νίκου Ζαχαριάδη, πρωτοδημοσιεύτηκε στην πρώτη σελίδα του Ριζοσπάστη στις 9 Σεπτέμβρη 1945, με τον τίτλο «Ορθοδοξία», ενώ ακολούθησε αναδημοσίευση στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ) Ιουλίου-Αυγούστου 1984:

Πληροφορίες που δημοσιεύθηκαν σε αθηναϊκές εφημερίδες μας πληροφορούν ότι στο Λονδίνο ο Μακαριώτατος θα συζητήσει με τους υπεύθυνους αγγλικούς κύκλους και το ζήτημα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Είναι ολοφάνερο ότι διακρίνεται προσπάθεια το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης να μεταβληθεί πάλι όχι μόνο σε στίβο προσωπικών αντιζηλιών και επιδιώξεων που έχουν συναμεταξύ τους διάφοροι χρεοκοπημένοι ιεράρχες, μα και σε όργανο μεγαλοδυναμικών εξωορθοδοξιακών βλέψεων.

Στο σημείο αυτό ο ελληνικός Λαός πρέπει να προσέξει εξαιρετικά. Χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να πέσει σε ανακρίβειες, μπορεί κανείς να ισχυριστεί εδώ ότι η λαοφθόρα διαμάχη ανάμεσα στους βαλκανικούς λαούς χρονικά συμπίπτει με την εποχή που το Οικουμενικό Πατριαρχείο άρχιζε να κομματίζεται και να γίνεται όργανο ξένων, ανθελληνικών και αντιορθοδοξιακών συμφερόντων.

Ο μεγαλοελλαδίτικος τυχοδιωκτικός εθνικισμός μέσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν έβλαψε και αυτός λίγο το έργο για μια δημοκρατική συνεργασία και συμβίωση στα Βαλκάνια και με τους φατριασμούς της φαναριώτικης παπαδοκρατίας τράφηκε πολλές φορές και ενισχύθηκε το τοπικιστικό διασπαστικό πνεύμα μέσα στους κόλπους της ορθοδοξίας, που τόσο έβλαψε τη λαϊκή και εθνική εξέλιξη και πρόοδο όλων των βαλκανικών λαών.

* * *

Το ξάπλωμα και η επικράτηση της Ορθοδοξίας στις χώρες και τους λαούς της Ανατολικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης καθώς και στη Μικρασία και τη Μέση Ανατολή ανταποκρίνεται ιστορικά στην αντίδραση που προκαλούσαν οι τάσεις για πνευματική, πολιτική και οικονομική επέκταση και επιβολή του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους και του καθολικισμού – παπισμού. Μα η επικράτηση αυτή δεν οφείλεται μονάχα σε αρνητικά αίτια. Έχει και θετικά βάθρα γιατί χωρίς να παραγνωρίζουμε τις εθνικές και τοπικές ιδιομορφίες, η Ορθοδοξία ιδεολογικά – πνευματικά ανταποκρίνεται σε μια νοοτροπία λαϊκή, σ’ ένα εσωτερικό ψυχικό δεσμό, που ο Ευρωπαίος κοσμοπολίτης ονομάζει «ανατολικό πνεύμα» και ο ξεπεσμένος και έκφυλος Λεβαντίνος περιφρονεί, μα που συγκεντρώνει και εκφράζει εσωτερική λαϊκή ενότητα και εκδηλώνει ανώτερα ιδεώδη και χαρίσματα, άσχετα αν στα χρόνια εκείνα της μεσαιωνικής κατάστασης και του ασιατικού δεσποτισμού του Βυζαντίου κάνουν την εμφάνισή τους με μορφή θρησκευτικο-εκκλησιαστική.

Εδώ θα πρέπει επίσης να τονίσουμε ότι η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησιά και η Χριστιανική Θρησκεία γενικότερα, όπως την εκφράζει η Εκκλησία αυτή, παίξαν όχι μόνο στη Ρωσία μα και στα Βαλκάνια ένα προοδευτικό ρόλο τόσο σαν παράγοντας που διευκόλυνε και επιτάχυνε την εθνική διαμόρφωση, συσπείρωση και ανάπτυξη παρέχοντάς της ενιαία ιδεολογικά πλαίσια, όσο σαν στοιχείο που στα χρόνια του εξανδραποδισμού και της σκλαβιάς κάτω απ’ την οθωμανική τυραννία, συνέτεινε σημαντικά και ουσιαστικά στον εθνικοαπελευθερωτικό τότε αγώνα παρά και ενάντια στην αντίδραση και προδοσία που έκαναν σημαντικοί και σημαίνοντες παράγοντες και κορυφές της Ορθοδοξίας ιδιαίτερα στο Φανάρι. Είναι αναρίθμητα τα παραδείγματα που δείχνουν ότι Ταγοί και απλοί στρατευμένοι της εκκλησιαστικής ιεραρχίας πάλεψαν και με το ντουφέκι στο χέρι στο πλευρό του Λαού και ότι μοναστήρια και μοναστήρια είχαν μεταβληθεί σε μπαρουταποθήκες και λαϊκά φρούρια.

* * *

Στα χρόνια της χιτλεροφασιστικής υποδούλωσης στην Ελλάδα, παρά την ουσιαστική αντίδραση της κεφαλής της Αυτοκέφαλης Εκκλησιάς, που συνέχιζε την προδοτική και αντιλαϊκή στάση της κατά την περίοδο της τεταρτοαυγουστιανής δικτατορίας, ένα μεγάλο μέρος του Κλήρου τάχθηκε στο πλευρό του Λαού και πολέμησε μαζί του. Σήμερα η μοναρχοφασιστική αντίδραση προσπαθεί κάτω και από ξένες εμπνεύσεις να σπάσει και την ηρωϊκή αυτή δημιουργία του Κλήρου στον καιρό της Εθνικής Αντίστασης και να κάνει το Οικουμενικό Πατριαρχείο μαζί με την Αυτοκέφαλη Ελληνική Εκκλησιά ξανά όργανο των ξένων επιρροών στα Βαλκάνια, όργανο διάσπασης ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας. Και αυτό το σκοπό όπως φαίνεται εξυπηρετεί το ταξίδι του Μακαριωτάτου στο Λονδίνο, όπου θα πάει να μηχανορραφήσει. Το όλο ζήτημα καταντά πολύ πιο ύποπτο γιατί είναι ανακατεμένος και ο πολύς τεταρτοαυγουστιανός Χρύσανθος.

Εμείς οι Έλληνες πρέπει νάμαστε στο σημείο αυτό πολύ ευαίσθητοι, προσεκτικοί και άγρυπνοι. Η αντιδραστική μοναρχοφασιστική δεξιά και οι συνεργάτες της θέλουν σήμερα να καπηλευθούν και αυτό το αγνό και ακμαίο θρησκευτικό αίσθημα του Λαού μας. Να εμπορευθούν την Ορθοδοξία και να την ξανακάνουν όργανο διχασμού και διχόνοιας στα Βαλκάνια, στην Ευρωπαϊκή Ανατολή και στη Μέση Ανατολή.

Αυτού βρίσκεται σήμερα ένας σοβαρός κίνδυνος. Τεταρτοαυγουστιανοί, δοσίλογοι και συνθηκολόγοι καθοδηγητές στην Ελληνική Εκκλησία είναι μια απειλή εθνική και προς τα μέσα και προς τα έξω. Η Ελληνική Ορθοδοξία και γενικότερα η Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησιά, πρέπει να αποβλέψουν στο μοναδικό προορισμό τους που μπορεί να τους δώσει και μια ατράνταχτη ιστορική δικαίωση: Να γίνουν συνδετικοί κρίκοι ανάμεσα στους λαούς της Ορθοδοξίας, απόστολοι της πνευματικής, πολιτικής και οικονομικής συνεννόησης και συνεργασίας. Σ’ αυτόν το ρόλο και την αποστολή, πρωτοπόρο και πρωτεργάτη θέλει ο Λαός της Ελλάδας την Ορθόδοξη Εκκλησιά του. Το πρώτο βήμα θα γίνει με την αποκατάσταση συνεργασίας και ενότητας στους κόλπους της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας.

Σε μια τέτοια κίνηση, που από πολλούς τώρα μήνες συνεχίζεται και καρποφορεί, δεν παίρνει επιδεικτικά μέρος η Ελληνική Αυτοκέφαλη Εκκλησία, που στις αντιορθοδοξιακές πλεκτάνες της προσπαθεί να μπλέξει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Πόλης.

Είναι μια καθαρή ξενοκίνητη διασπαστική κίνηση που αν παρουσιάζει μερικές επιτυχίες είναι γιατί επικρατεί στην Εκκλησιά της Ελλάδας ένα τεταρτοαυγουστιανό εσωτερικό καθεστώς που πνίγει την εσωεκκλησιαστική δημοκρατική παράδοση, πνίγει τη φωνή του λαϊκού κλήρου και κρατά στην αρχή προδότες, δοσίλογους, συμβιβαστές που εξυπηρετούν μόνο ξένους σκοπούς και συμφέροντα.

Είναι απαραίτητο, λοιπόν, ένα εσωτερικό σάρωμα, θαρραλέο και εξυγιαντικό μέσα στις γραμμές της Ελληνικής Εκκλησίας. Για να ξαναβρεί την ισορροπία της. Και να γίνει όπως τη θέλει ο Λαός, παράγοντας συμφιλίωσης, αδελφοσύνης, ειρήνης και συνεργασίας ανάμεσα στους Λαούς της Ορθοδοξίας.