Αρχεία Ιστολογίου

Χριστιανική Πίστη και Ταξική Κοινωνία

Πολλοί, έχουν την εντύπωση πως η Χριστιανική πίστη αποδέχεται την ταξική διάσταση της κοινωνίας, και πως θεωρεί την ύπαρξη πλουσίων και φτωχών, ως μια θεόδοτη κατάσταση.

Η αλήθεια όμως, είναι τελείως διαφορετική. Στην Καινή Διαθήκη, η ευθύνη για την οικονομική ανισότητα προσγράφεται στους ανθρώπους (Ιωάννης Πέτρου, καθηγητής θεολογίας στο Α.Π.Θ., «Κοινωνική Δικαιοσύνη. Το πρόβλημα της κοινωνική δικαιοσύνης στην παράδοση της Ορθοδοξίας», Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1992, σελ. 22).

Σύμφωνα με τον δρ. Θεολογίας και αρχισυντάκτη του περιοδικού «Σύναξη», κ. Θανάση Παπαθανασίου: «Οι Πατερικές θέσεις, προσφέρουν τη βάση για μια ριζική αμφισβήτηση της ταξικής κοινωνίας. Όχι μόνο δεν την εκλαμβάνουν ως θέλημα του Θεού, αλλά -αντιθέτως- τη θεωρούν ως μια από τις ολέθριες συνέπειες της πτώσης του ανθρώπου.» (Συλλογικό έργο, «Χριστιανοί και Πολιτική», εκδόσεις περιοδικού Manifesto, σελ. 26). Ο κ. Παπαθανασίου, επίσης παραθέτει απόσπασμα από τον Γρηγόριο το Θεολόγο, το οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά πως «ο νόμος τον οποίο πρέπει να δέχεται ο χριστιανός, δεν είναι του ισχυρού (δηλαδή η ταξική ανισότητα), αλλά του Δημιουργού (δηλαδή η ισότητα).» (P.G. 35, 892Α-Β).

Όπως λέει και ο στίχος στο παραπάνω τραγούδι: «Κοινωνία ταξική είσαι ένοχη πολύ, γιατί μας χτυπάς, μας λιώνεις και μας θανατώνεις». 

Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί μια τέτοια κοινωνία, να είναι αποδεκτή από τον Χριστιανισμό, στου οποίου την πίστη, η δικαιοσύνη και η απελευθέρωση, είναι βασικά στοιχεία. Η αποδοχή της, είναι ξένη προς την χριστιανική πίστη. Μάλιστα, σύμφωνα με τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο «πολλοί παρασύρονται και στρέφονται κατά του ίδιου του Θεού, αφού πείθονται πως είναι θέλημα του Θεού ο πλουτισμός ανθρώπων βρώμικων, απατεώνων και ακόλαστων, που δεν τους αξίζει να αντικρίζουν τον ήλιο, να ζουν και να αναπνέουν, και οι οποίοι αναστατώνουν τα πάντα γύρω τους, αρπάζουν τα σπίτια των χηρών, αδικούν τους ορφανούς, καταδυναστεύουν τους κατωτέρους τους» (P.G. 56,158).

Advertisements

Διεκδίκησε το δίκαιο…

Υπήρχε ένας λαός που εργαζόταν σκληρά, για να κερδίσουν κάποιοι άλλοι! Μια ανώτερη τάξη με προνόμια, η οποία τους καταπίεζε και τους αδικούσε. Τελικά, μετά από μια έντονη και επίμονη διεκδίκηση, ο λαός κέρδισε την ελευθερία του. Οι καταπιεστές του, αναγκάστηκαν να τον απελευθερώσουν, όμως ο λαός, διεκδίκησε και κάτι άλλο. Τόσα χρόνια παρήγαγε τον πλούτο των άλλων! Έτσι λοιπόν, «ἐζήτησε» από τους καταπιεστές του «σκεύη ἀργυρὰ καὶ σκεύη χρυσά, καὶ ἐνδύματα». Οι καταπιεστές, «ἐδάνεισαν εἰς αὐτοὺς ὅσα ἐζήτησαν». Έτσι λοιπόν, ο λαός «ἐγύμνωσε» αυτούς που τόσα χρόνια τον αδικούσαν. Όμως προσέξτε κάτι! Ο λαός έφυγε από την χώρα, στην οποία για πάρα πολλά χρόνια τον μάστιζε η φτώχεια, η καταπίεση και η αδικία. Ο πλούτος που είχε δανειστεί από τους παλιούς καταπιεστές, παρακρατήθηκε! Δεν επιστράφηκε ποτέ! Μήπως ήταν άδικο αυτό που έγινε; Μήπως ήταν κλεψιά; Όχι! Ήταν απολύτως δίκαιο! Ο λαός, πήρε πίσω ένα κομμάτι από τον πλούτο που ο ίδιος παρήγαγε! Οι πραγματικοί κλέφτες ήταν άλλοι!

Σας θυμίζει κάτι αυτή η ιστορία; Είναι η ιστορία της Εξόδου! Κατά τους πρώτους αιώνες της εκκλησίας, υπήρχαν κάποιοι χριστιανοί που είχαν την αιρετική θεωρία, πως ο Θεός της Καινής Διαθήκης ήταν διαφορετικός από το Θεό της Παλαιάς. Γι’ αυτούς, ο Θεός της Καινής ήταν αγαθός, σε αντίθεση με τον Θεό της Παλαιάς που ήταν πονηρός. Ένα από τα επιχειρήματά τους, ήταν αυτή ακριβώς η ιστορία. Δεν μπορούσε να χωρέσει στο, γεμάτο από ηθικές αρχές, μυαλό τους, το πως ο Θεός είχε ευλογήσει μια τέτοια «κλοπή». Κι όμως, αυτή η «κλοπή», στην πραγματικότητα ήταν μια πράξη δικαιοσύνης. Ο λαός Ισραήλ πήρε πίσω τον πλούτο που αυτός παρήγαγε και κάποιοι άλλοι του αφαιρούσαν! Οι ισορροπημένες φωνές της εκκλησίας, από τότε είχαν αντιληφθεί πως «είναι οι φτωχοί που βγάζουν το χρυσάφι, αν και δεν το έχουν και είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν στη δουλειά, επειδή χρειάζονται δουλειά, και παράγουν αυτά που δεν μπορούν να έχουν.» (Άγιος Αμβρόσιος).

Σήμερα, σε έναν κόσμο αδικίας που οι φτωχοί γίνονται φτωχότεροι, και οι πλούσιοι πλουσιότεροι, η εκκλησία αντιλαμβάνεται ποιο είναι το δίκαιο, ή αντιμετωπίζει ηθικιστικά όσους φωνάζουν, αγωνίζονται και διεκδικούν μια δίκαιη ζωή;

Δεν ξέρω σίγουρα! Όμως φαίνεται, πως κάποτε η ηγεσία της εκκλησίας, είχε πιο ξεκάθαρες φωνές:

«Δε φρίττεις άνθρωπε, δεν κοκκινίζεις από ντροπή, όταν χαρακτηρίζεις επιτιθέμενο αυτόν που παλεύει για το ψωμί του; Αυτός αν και φέρεται επιθετικά, ωστόσο δικαιούται τη συμπάθειά μας, γιατί τόσο πολύ πιέζεται από την πείνα, ώστε αναγκάζεται να φορέσει το προσωπείο της επιθετικότητας… Και πρέπει να σου πω ακόμα πως αυτός που επιτίθεται στην πραγματικότητα είσαι συ, γιατί αν και έρχεσαι τακτικά στην Εκκλησία και ακούς τα κηρύγματά μου, στην αγορά εν τούτοις προτιμάς και το χρυσάφι και τις επιθυμίες και τις ανθρώπινες φιλίες σου, παρά τις δικές μου προτροπές.»
–Ιωάννης ο Χρυσόστομος (P.G. 60, 535-538)

Αν είσαι χριστιανός, έχεις ένα λόγο παραπάνω για να διεκδικείς το δίκαιο!

«Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται.» (Ματθ. 5:6 )

Ποιο το όφελος μιας αρετής που δεν κοστίζει;

 

«Γνωρίζω πολλούς που νηστεύουν, προσεύχονται, σκληραγωγούνται και γενικά εφαρμόζουν με προθυμία κάθε θρησκευτική συνήθεια αρκεί να μην τους κοστίζει τίποτα, και δε διαθέτουν δεκάρα για όσους έχουν ανάγκη. Τι τους ωφελεί η υπόλοιπη αρετή τους; Δεν κάνουν για τη Βασιλεία του Θεού.»
–Μέγας Βασίλειος (P.G. 95, 1489C)

Ο Μέγας Βασίλειος, καθώς και πολλοί ακόμα πατέρες και σημαντικές προσωπικότητες μέσα στην ιστορία της εκκλησίας, δεν ανέχονταν τα σκέτα λόγια, και την μορφή μιας θεωρητικής πίστης που άφηνε ανεπηρέαστα, χωρίς να αγγίζει τα ζητήματα της καθημερινής ζωής του χριστιανού. Στην πραγματικότητα, οι γνήσιες μορφές του πρώιμου Χριστιανισμού, ποτέ δεν ευνόησαν μια «υπερ-πνευματικότητα» που δεν νοιαζόταν για τα καθημερινά προβλήματα του φτωχού, του υποδουλωμένου, και του εργάτη!

Οι «αντιδραστικοί» νέοι που βλέπουν εχθρικά την σημερινή εκκλησία, στην ουσία ασκούν κριτική στα ίδια πράγματα που ασκεί κριτική ο Μέγας Βασίλειος, και πολλοί άλλοι, εδώ και αιώνες.

Δεν θα ήθελα λοιπόν, να είμαι χριστιανός, για τα όμορφα εκκλησιαστικά κτήρια, τους υπέροχους άμβωνες, τις επιβλητικές λιτανείες και τις πολύτιμες εικόνες. Θέλω να είμαι χριστιανός, επειδή το λυτρωτικό μήνυμα του ευαγγελίου, εκτός από την μακάρια ελπίδα, με κάνει να οραματίζομαι μια κοινωνία, με δικαιοσύνη, με ελευθερία, με ισότητα, και με αδελφοσύνη. Και αυτό το όραμα, αναπόφευκτα με κάνει να αναζητώ τα αίτια, της αδικίας, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

Ποιο το όφελος να ονομάζομαι Χριστιανός, αλλά να μην ενδιαφέρομαι για τον αδύναμο, και για τα αίτια που τον οδήγησαν σε αυτήν την κατάσταση; Ποιο το όφελος, να προσεύχομαι μεν γι’ αυτόν, αλλά να μην κάνω οτιδήποτε για να βρεθεί σε καλύτερη κατάσταση; Ποιο το όφελος να είμαι Χριστιανός την Κυριακή, όταν πηγαίνω εκκλησία, αλλά στην καθημερηνότητα μου να μην αντιδρώ σε δομές που είναι αντίθετες με την δικαιοσύνη που πρεσβεύει η πίστη μου; Ποιο το όφελος μιας αρετής που δεν κοστίζει τίποτα;

«Προς τους Πλουτούντας»

«Ως πότε θα είναι παντοδύναμο το χρυσάφι, των ψυχών η αγχόνη, το αγκίστρι του θανάτου, της αμαρτίας το δόλωμα; Ως πότε θα κυβερνάει ο πλούτος, η αιτία του πολέμου, για τον οποίο κατασκευάζονται όπλα, για τον οποίο ακονίζονται ξίφη; Εξ αιτίας του πλούτου συγγενείς λησμονούν τους φυσικούς δεσμούς της συγγένειας, ακόμη κι αδέρφια αλληλοϋποβλέπονται με φονικές διαθέσεις. Χάριν του πλούτου οι ερημιές τρέφουν τους ληστές, η θάλασσα τους πειρατές και οι πόλεις τους συκοφάντες. Ποιος είναι ο πατέρας του ψεύδους; Ποιος ο δημιουργός της πλαστογραφίας; Ποιος ο γεννήτορας της επιορκίας; Δεν είναι ο πλούτος, δεν είναι η αγωνιώδης μέριμνα για την απόκτησή του; Τι παθαίνετε, ταλαίπωροι άνθρωποι; Ποιος έκαμε ώστε, τα οικονομικά μέσα που έχουν προορισμό να σας υπηρετούν, να στραφούν εναντίον σας (απὸ υπηρέτες δηλαδή νὰ γίνουν δυνάστες σας);»
–Βασιλείου Καισαρείας, «Προς τους Πλουτούντας», (P.G. 31, 288-300)