Αρχεία Ιστολογίου

Ο Στάλιν και ο «αντίχριστος» σοσιαλισμός

Όπως έγινε γνωστό από τον ιστορικό και μπλόγκερ Μιχαήλ Μπάμπκιν, οι εκδόσεις του πιο σημαντικού μοναστηριού της Ρωσίας, της Λαύρας της Αγίας Τριάδας στην έδρα του Πατριαρχείου της Μόσχας, εξέδωσαν ένα ημερολόγιο για το 2014, αφιερωμένο στον Ιωσήφ Στάλιν! Οι αντιδράσεις που υπήρξαν στους κύκλους της επίσημης Ρωσικής Εκκλησίας, ήταν φυσιολογικές. Μην ξεχνάμε πως η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, έχει φτάσει στο σημείο να αγιοποιήσει τον τελευταίο Τσάρο της Ρωσίας, Νικόλαο Β’.

Η επίσημη ιεραρχία της Ρωσικής Εκκλησίας, λοιπόν, θεώρησε «ηθικώς απαράδεκτη» την έκδοση αυτού του ημερολογίου από εκκλησιαστικές εγκαταστάσεις, επικαλούμενη ως επιχείρημα τους λεγόμενους «σταλινικούς διωγμούς» εναντίον της Εκκλησίας, και τελικά ο υπεύθυνος της έκδοσης απολύθηκε. Όμως το ημερολόγιο είχε ήδη κυκλοφορήσει!

Είναι αλήθεια πως στην πρώιμη περίοδο του Στάλιν στην ΕΣΣΔ, υπήρξαν διώξεις σε εκκλησιαστικούς παράγοντες. Αυτοί όμως που θέλουν να στιγματίσουν τον Σοβιετικό σοσιαλισμό ως ντε φάκτο «αιμοδιψή» και «αντίχριστο», ξεχνούν ότι οι διώξεις αυτές έγιναν για πολιτικούς -και όχι θρησκευτικούς- λόγους (έστω κι αν υπήρξαν υπερβολές ή αστοχίες), καθώς η συντριπτική πλειοψηφία του κλήρου και της εκκλησιαστικής ιεραρχίας είχε ταχθεί υπέρ της αντεπανάστασης, ξεχνούν ότι ο ίδιος ο Λένιν έλεγε πως ακόμα και οι παπάδες μπορούσαν να γίνουν μέλη του επαναστατικού κόμματος*, ξεχνούν ότι υπήρξε μια σημαντική μερίδα της εκκλησίας που τάχθηκε υπέρ της επανάστασης και συγκρότησε τη λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», ξεχνούν ότι τελικά η αποκατάσταση των σχέσεων της Σοβιετικής εξουσίας και της επίσημης Εκκλησίας έλαβε χώρα, με πρωτοβουλία του ίδιου του Στάλιν, το 1943 και πως το Πατριαρχείο της Μόσχας που ήταν καταργημένο από τον καιρό του Μεγάλου Πέτρου επαναλειτουργεί ουσιαστικά από τότε.

*. Λένιν Άπαντα. τόμος 17. εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή. σελ. 423-434.

Διαβάστε ακόμα: Η θρησκεία στην ΕΣΣΔ

Η θρησκεία στην ΕΣΣΔ

Αναμνηστικό Σοβιετικό νόμισμα του 1988, ονομαστικής αξίας 25 ρουβλίων. Απεικονίζεται ο Βλαδίμηρος του Κιέβου να κρατάει σταυρό. Κόπηκε για τα 1000 χρόνια απ’ τον «Εκχριστιανισμό των Ρως».

Υπάρχει εδραιωμένη η αντίληψη (ειδικά μέσα σε εκκλησιαστικούς χώρους), πως η Σοβιετική Ένωση έκανε διωγμούς και κυνήγησε αδιάκριτα την θρησκεία και την εκκλησία. Το θέμα αυτό, είναι αγαπημένο σε όσους θρησκευόμενους επιδιώκουν να καλλιεργήσουν αντικομμουνιστικές αντιλήψεις και να δημιουργήσουν αντιδραστικά αντανακλαστικά ανάμεσα στους πιστούς και τους θρησκευόμενους. Επειδή, λοιπόν, πολλά λέγονται, θα κάνουμε μια σύντομη αναφορά σχετικά με την αντιμετώπιση της θρησκείας και των εκκλησιών στην Σοβιετική Ένωση.

Η επικρατούσα θρησκεία στην Σοβιετική Ένωση, ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, για πολλούς αιώνες ήταν ταυτισμένη με το απολυταρχικό τσαρικό καθεστώς. Δίδασκε την υποταγή σε αυτό και κατέπνιγε ιδεολογικά (και όχι μόνο) κάθε σκέψη για δικαιοσύνη και απαλλαγή από την εξουσία των εκμεταλλευτικών τάξεων. Ο Βρετανός ιστορικός Orlando Figes, υποστηρίζει ότι η Ρώσικη Ορθόδοξη Εκκλησία, «αποτελούσε ένα σημαντικότατο προπαγανδιστικό όργανο και ένα μέσο κοινωνικού ελέγχου» υπέρ του τσαρικού καθεστώτος, ενώ οι κληρικοί της «τροφοδοτούσαν με πληροφορίες την αστυνομία για ανατρεπτικά στοιχεία ανάμεσα στο ποίμνιό τους, ακόμα κι αν έλαβαν αυτές τις πληροφορίες μέσα από τη διαδικασία της εξομολόγησης.»¹

Η αντιδραστική στάση της Εκκλησίας, συνεχίστηκε και αφότου ο λαός πήρε στα χέρια του την εξουσία. Η Εκκλησία αρνήθηκε να αναγνωρίσει την Σοβιετική εξουσία, αναπολώντας τις ημέρες του τσαρικού καθεστώτος.

Είναι γεγονός, ότι η Σοβιετική Ένωση πραγματοποίησε, από νωρίς, τον διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους, παρέχοντας όμως το δικαίωμα της ελεύθερης άσκησης των θρησκευτικών καθηκόντων στους πολίτες. Αυτό στο οποίο εναντιώθηκε ήταν η θρησκευτική προπαγάνδα. Απ’ την άλλη, οι διώξεις που υπήρξαν ενάντια σε μέλη και κληρικούς της Εκκλησίας, είχαν να κάνουν, κατά κύριο λόγο, με την αντεπαναστατική δράση τους και όχι με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις. Όπως, είπαμε, η Ορθόδοξη Εκκλησία, ήταν εξαρχής εχθρική προς την εξουσία του λαού.

Βέβαια, πρέπει να ειπωθεί, πως το 1922 ένα σημαντικό τμήμα πιστών και ιερέων, συγκρότησε την λεγόμενη «Ζώσα Εκκλησία», η οποία υποστήριξε την Σοβιετική Ένωση και συμμάχησε με τους κομμουνιστές. Ενώ, με πρωτοβουλία του Ιωσήφ Στάλιν, το 1943, υπήρξε συμφιλίωση της επίσημης Ορθόδοξης Εκκλησίας με την Σοβιετική εξουσία.

Η αλήθεια είναι πως, στην Σοβιετική Ένωση, εκτός από ελάχιστα χρονικά διαστήματα και λίγες περιπτώσεις, η Εκκλησία απολάμβανε μια σχετική θρησκευτική ελευθερία. Σίγουρα, η Σοβιετική εξουσία δεν υποστήριζε την θρησκευτική πίστη, όμως από την άλλη δεν συνέβαιναν όλα αυτά τα σημεία και τέρατα που ακούγονται από διάφορους.

Ο Αναστάσης Γκίκας, παραθέτει μερικές σημαντικές μαρτυρίες, οι οποίες παρουσιάζουν το τι πράγματι συνέβαινε στην Σοβιετική Ένωση.

Μία από αυτές, είναι του Πόντιου, κομμουνιστή και χριστιανού, Γιάννη Αθανασιάδη: «Εγώ είμαι κομμουνιστής. Και όμως εγώ πήγα στην εκκλησία και είχα βαφτίσει μάλιστα και δώδεκα παιδιά. Το ξέρανε και στο Κόμμα.

—Πως τα βαφτίσατε αφού, όπως λέγεται, ήταν διωκόμενη η θρησκεία;

—Οι γονείς μου ήταν θρήσκοι και εγώ το ίδιο. Και ήμουν και μέλος του Κόμματος. Δεν απαγορευότανε από το Κόμμα. Αυτό είναι λάθος. Κοιτάξτε, εθελοντικά όποιος ήθελε πήγαινε στην εκκλησία. Δεν διωκότανε επίσημα. Προσπαθούσανε να περάσουνε τον αθεϊσμό μέσα από τα πανεπιστήμια κλπ., αλλά με το ζόρι, βίαια ποτέ. Λέγανε: δεν κάνει να πάτε. Αλλά με το ζόρι ποτέ. Ο ίδιος μάλιστα βάφτισα μέσα στην Μόσχα, σε μια εκκλησία, το παιδί ενός άλλου Έλληνα, επίσης μέλους του Κόμματος. Ήταν οι πρωτοβάθμιες, οι τοπικές οργανώσεις που πρωτοστατούσαν κατά της Εκκλησίας. Από την κεντρική εξουσία δεν είχαν τέτοια εντολή. Από υπερβάλλοντα ζήλο έγιναν όσα έγιναν.»²

Όπως αναφέρει ο Αναστάσης Γκίκας³: «Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, η αποσύνδεση της Εκκλησίας από το Κράτος είχε ευεργετικά αποτελέσματα και για την ίδια τη θρησκεία. Παίρνοντας συνέντευξη από ένα κληρικό (ο οποίος υπηρετούσε ως βοηθός του Αρχιεπισκόπου του Λένινγκραντ), ο Βρετανός ερευνητής W. Mandel έμεινε έκπληκτος από τις απαντήσεις. Στην ερώτηση για το τι επάγγελμα ασκούσαν οι γονείς του, ο κληρικός απάντησε: «Ήταν αγρότες. Και είναι καλύτερα για κάποιον σαν και μένα στην εκκλησία αυτές τις μέρες.» «Τι εννοείς;» συνέχισε ο ερευνητής. «Στο παρελθόν οι κληρικοί προέρχονταν σχεδόν πάντα από τις τάξεις των πλουσίων. Σήμερα κάποιος σαν και μένα μπορεί να γίνει ιερέας.» Αμέσως μετά του ζητήθηκε να σχολιάσει το χαμηλό ποσοστό των πιστών στη Σοβιετική Ένωση (περίπου 10% επί του συνόλου του πληθυσμού στις αρχές της δεκαετίας του 1960). Εκείνος απάντησε με ειλικρίνεια: «Στο παρελθόν το να πηγαίνει κανείς στην εκκλησία ήταν αυτό που επιβαλλόταν για τον καθένα να κάνει… Είμαστε ωστόσο ικανοποιημένοι. Πιστεύουμε πως οι εκκλησιαζόμενοι που έχουμε σήμερα είναι ειλικρινά θρήσκοι.»4

1. Orlando Figes, A Peoples Tragedy: The Russian Revolution, 1891-1924, Pilmico, Λονδίνο, 1997, σελ. 63.
2. Αναστάσης Ι. Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 130-131.
3. Ο.π. σελ. 131-132.
4. W. Mandel, A New Look at Russia: The Land, the People and how they Live, Evans Brothers Ltd, Λονδίνο, 1965, σελ. 83. Ιδιαίτερα αποκαλυπτική —και διαμετρικά αντίθετη προς την κυριαρχούσα άποψη— είναι επίσης η διάλεξη του αιδεσιμότατου Δρ. Hewlett Johnson, Επιτρόπου του Canterbury, το 1945, με θέμα «Ο Χριστιανισμός στην ΕΣΣΔ». Βλέπε. Rev. Dr. Hewlett Johnson, Christianity in the USSR (χ.ε.), 1945